Παραμονές Χριστούγεννα - Μαίρη Γ. Πράσατζη (Λογοτεχνικό Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων 2020) - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2020

Παραμονές Χριστούγεννα - Μαίρη Γ. Πράσατζη (Λογοτεχνικό Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων 2020)



Μετά τα κάλαντα, βρισκόμασταν πάντα στου Αλίνα το σπίτι. Στο σπίτι της μπάμπως. Στο δωμάτιο, να  πω καλύτερα. Ούτε δωμάτιο. Μια φωλιά με συναισθήματα καλύτερα. Και μυρωδιά από ξύλο που καίγεται στο τζάκι, και μανταρίνια και καρύδια. Γεύση από καρύδια και ξερά σύκα και σταφίδες. Όλα μας τα είχε η μπάμπω. Ήσυχη, σχεδόν αθόρυβη παρουσία. Μιά μικροκαμωμένη φιγούρα. Σαν μια  μαύρη, μικρή σκιά. Μια σκιά που πηγαινοερχόταν. Τυλιγμένη πάντα στα μαύρα - με το μαύρο τσεμπέρι δεμένο με μαεστρία. Η μπάμπω Μαρίκα, μανιακή της καθαριότητας. Καθάριζε και μαγείρευε. Μαγείρευε και δεν επέτρεπε σε κανένα ν' αγγίξει την κατσαρόλα. Αυτός που διέφυγε της προσοχής της κι έχωσε το κουτάλι στη κατσαρόλα για να δοκιμάσει, την είδε να εκτοξεύεται μαζί με το φαγητό στα σκουπίδια. Δεν ήταν μόνο λάτρης της μαγειρικής η μπάμπω. Αγαπούσε και να λέει ιστορίες. Να  διηγείται μικρά κομμάτια από ζωές. Μαγικές ζωές, που τις περπατούσαμε όλοι μαζί, αραδιασμένοι γύρω της. Τριγύρω από την ποδιά της, και οι μικροί, και οι μεγάλοι. Κόντευαν τα Χριστούγεννα. Είχε πολλές ιστορίες να μας πει. Παραμονές.

Είχε χτυπήσει η καμπάνα γύρω στις τέσσερεις, για τον εσπερινό. Ήταν το σύνθημα η καμπάνα. Μόνο τότε ξεκινούσαν τα κάλαντα. Δεν έλεγες κάλαντα χωρίς την καμπάνα. Τότε μόνο ξεχύνονταν  στις γειτονιές να ψάλλουν τα παιδιά. Αν πήγαινες νωρίτερα, σου έλεγαν "η καμπάνα δεν ακούστηκε ακόμα". Ήταν το σύνθημα της έναρξης ο πρώτος χτύπος. Δυο-δυο, καμιά φορά και παραπάνω, αν δε γινόταν να χαλάσει η παρέα, πιάναμε  με τη σειρά τα σπίτια. "Καλήν εσπέραν άρχοντες αν είναι ορισμός σας, Χριστού τη Θεία γέννηση να πω στο αρχοντικό σας."  Και βγαίνανε οι κυράδες στην πόρτα. "Ποιανού παιδί είσαι εσύ;" Ρωτούσαν αυτούς που δε γνώριζαν, πριν δώσουν το κέρασμα. "Α, έχουμε συγγένεια από τον παππού σου! " κι έδιναν κάτι παραπάνω τότε. Αν πάλι είχες τελειώσει το δημοτικό κι έλεγες ακόμα τα κάλαντα, άκουγες και άλλα. "Να σε κρατήσουμε για νύφη εσένα! Έγινες της παντρειάς!" Και για τα αγόρια το ίδιο. Μέχρι που σταματούσαν πια τα κάλαντα, όταν τελείωνε το δημοτικό. Ήταν το όριο. Το σημείο που όριζε ότι μεγάλωσες. Το μεταίχμιο μεταξύ παιδιού και ενήλικα. Δεν είχαμε όμως όριο σ' αυτά που  λαχταρούσαμε. Βιαζόμασταν να τρέξουμε γύρω από τη μπάμπω και να χαθούμε στον κόσμο που μας περιέγραφε τόσο μαγικά, κάθε φορά. Τα παιδιά  παρέες- παρέες έλεγαν ακόμα τα κάλαντα. Μόνο  κάλαντα ακούγονταν και κάποια σκυλιά που αλυχτούσαν στις αυλές. Λιγοστό το φως - ήταν νύχτα. Μύριζες καπνό από τα τζάκια στον αέρα. Έκανε κρύο. Ξύλιαζαν τα δάχτυλα έξω από τις τσέπες.  Όταν το γύριζε στο χιόνι,  σκεπάζονταν τα πλακόστρωτα, οι σκεπές, τα δέντρα. Όλα λευκά. Και οι φωνές των παιδιών να μπερδεύονται μέσα στη νύχτα, συνηγορώντας στο γιορτινό, λευκό τοπίο. Βιαζόμασταν να επιστρέψουμε  νωρίς στο σπίτι. Η μπάμπω μας περίμενε αυτό το βράδυ, για να κάνουμε  Καντήλα όλοι μαζί. Και όλοι να χαθούμε μετά στις ιστορίες της. Παραμονές. Και μαζευόμασταν από νωρίς. 


Μαίρη Γ. Πράσατζη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!