Εκείνα τα Χριστούγεννα - Στέλλα Φραντζή (Λογοτεχνικό Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων 2020) - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2020

Εκείνα τα Χριστούγεννα - Στέλλα Φραντζή (Λογοτεχνικό Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων 2020)




Η Καλυψώ δοκίμασε το νερό με το χέρι της. Όλη τη νύχτα πάνω στο μαγκάλι που σιγόκαιγε, είχε ζεσταθεί μια χαρά. Το άδειασε μέσα στη σκάφη, έπλυνε τα παιδιά το ένα μετά το άλλο και τα έντυσε με τα πιο ζεστά τους ρούχα. Οι οπλές του μουλαριού και η βραχνή ακόμη από τον ύπνο φωνή του Προκόπη, του γαλατά, τρύπησε την πρωινή ησυχία. 
  <<Γάλααα… φρέσκο ολόπαχο γάλααα… Εβγάτε γειτόνισσες. Έλα, το γάλααα…>>
   Πόσο άρεσε και στα δυο παιδιά το γάλα! Η Καλυψώ, αφού πρώτα το έβραζε, το άδειαζε σε δυο μεγάλα ποτήρια και τ’ ακουμπούσε μπροστά τους. Ο Δήμος και η Ξενούλα το κοίταζαν λαίμαργα, όσο περίμεναν να κρυώσει και μετά το’ πιναν ως την τελευταία γουλιά, με τα μάτια μισόκλειστα και με την παχιά πέτσα να στεφανώνει τα ρόδινα χειλάκια τους. 
   Μα τώρα τα λεφτά είχαν σωθεί και μόνο τσάι είχε να τους δώσει για πρωινό. Πήγαινε καιρός που δεν δούλευε ο Λαυρέντης, ο άντρας της. Παράπονο δεν είχε, τόσες μέρες της άφηνε ο Προκόπης το γάλα κι ας μην τον είχε πληρώσει. Μα τα βερεσέδια είχαν πια μαζευτεί πολύ. Τι να κάνει κι αυτός; Σάματις του περίσσευαν; Όλα τα χωριά γύριζε παρέα με τον Γκριζά, το μουλάρι του, για να βγάλει το ψωμί του. Απ’ τη μαύρη νύχτα ξύπναγε ν’ αρμέξει τις κατσίκες και ύστερα να ζαλωθεί τα γκιούμια για να πουλήσει το γάλα. Κι έτσι, η γυάλινη μπουκάλα στο κατώφλι, έμενε τις τελευταίες μέρες άδεια. Αποφεύγοντας το βλέμμα των παιδιών της, η Καλυψώ τράβηξε το τσαγερό απ’ τη φωτιά, άδειασε το καυτό ρόφημα σε δυο κούπες και τις ακούμπησε μπροστά τους, μαζί με δυο παξιμάδια για το καθένα. Ήταν μια μουντή, παγωμένη μέρα. Παραμονή Χριστουγέννων! 
   Η Καλυψώ κοίταζε τα παιδιά της να πίνουν αδιαμαρτύρητα το τσάι τους και να καταβροχθίζουν τα παξιμάδια και καιγόταν η ψυχή της. Ήταν τόσο μικρά και όμως… Πώς καταλάβαιναν! Ποτέ δεν τα άκουσε να παραπονιούνται!
   Ύστερα, τα κουκούλωσε με κασκόλ και σκουφάκια, τους έβαλε στο χέρι τα τριγωνάκια και τα’ στειλε να πουν τα κάλαντα. Λίγο πολύ την ήξεραν οι χωριανοί την κατάστασή τους και όλο και κάτι θα τα φίλευαν. Έστω, ένα γλυκό, ή ένα κομμάτι πίτα, να βάλουν, τουλάχιστον, εκείνα κάτι στο στόμα τους, να μην τα νιώθει νηστικά. 
   Μόλις έφυγαν, η Καλυψώ σωριάστηκε σε μια καρέκλα και άφησε ελεύθερα τα δάκρυά της. Ήταν εξουθενωμένη. Αξημέρωτα ακόμη, με το πρώτο λάλημα του πετεινού είχε σηκωθεί ο άντρας της και είχε πάρει τους δρόμους, μπας και βρει κάνα μεροκάματο. Την άλλη μέρα ήταν Χριστούγεννα και εκτός από παξιμάδια, λίγες ελιές και μερικά κάστανα, τίποτε άλλο δεν είχε να βάλει στο γιορτινό τραπέζι. Το πολύ, να τους έβραζε και μια αλάδωτη ταχινόσουπα, με μια κουταλιά ταχίνι όλη κι όλη που είχε ξεμείνει από την τελευταία φορά. Καταφαρμακωμένη, σκούπισε τα μάτια της και πήγε στην κάμαρά της. Άναψε την καντήλα και γονάτισε μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας, να προσευχηθεί.
  <<Καλυψώ… Βρε, Καλυψώ! Πού είσαι και δεν ακούς;>> 
    Ήταν η κυρά- Φλώρα από δίπλα που της χτυπούσε το τζάμι. Σηκώθηκε, έριξε άλλο ένα ικετευτικό βλέμμα στην εικόνα και πήγε ν’ ανοίξει.
    <<Σου’ φερα κάτι για τα παιδιά. Μόλις τα ξεφούρνισα>>. Η κυρά- Φλώρα κοίταξε τα κοκκινισμένα μάτια της Καλυψώς. Ακούμπησε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας τις δυο πιατέλες που κρατούσε και την αγκάλιασε. <<Κλάψε, κοκόνα μου>>, της είπε τρυφερά. <<Κλάψε να ξεθυμάνεις και ύστερα σήκω και φόρεσε το όμορφο χαμόγελό σου. Στάσου όρθια για τα παιδιά σου. Εσύ είσαι το στήριγμά τους. Έχει ο Θεός!  Μη χάνεις την πίστη σου. Εκείνος, κανέναν δεν αφήνει να χαθεί. Έχε πίστη και όλα θα φτιάξουν>>.
    Η Καλυψώ, με την ευγνωμοσύνη να ξεχειλίζει από μέσα της, κοίταξε τα μελομακάρονα, τους κουραμπιέδες, τις δίπλες και το μπουρέκι με το τυρί και την κίτρινη κολοκύθα κι έκανε τον σταυρό της. 
   <<Ο Θεός να σ’ έχει καλά, κυρά- Φλώρα μου>>, ψέλλισε. <<Καλά Χριστούγεννα! Χάρη σ’ εσένα, θα…>>
   <<Μαμά… Μαμά…>> Δεν είχε προλάβει ν’ αποσώσει τη φράση της και τα δυο παιδιά με τον Λαυρέντη να τα ακολουθεί, όρμησαν στην κουζίνα κι έπεσαν πάνω της. Μα, τι ήταν αυτό που κρατούσε ο Δήμος;  
    <<Μαμά, φέραμε τη γαλοπούλα. Μαζέψαμε μπόλικα λεφτά απ’ τα κάλαντα. Πήραμε και σύκα, ξερά. Και, κοίτα ένα μεγάλο ρόδι που μας χάρισε ο μπακάλης!>> Το προσωπάκι της Ξενούλας έλαμπε από χαρά.
    Η Καλυψώ δεν είχε βρει ακόμη τη λαλιά της, όταν ο Λαυρέντης έβαλε στα χέρια της ένα πακετάκι τυλιγμένο με χοντρό χασαπόχαρτο.
    <<Είναι λίγος κιμάς για να γεμίσεις τη γαλοπούλα>>, της είπε χαμογελώντας. <<Ο μπάρμπα- Χριστόφορος σταμάτησε απ’ το λιοτρίβι>>, εξήγησε στη γυναίκα του που τον κοίταζε χωρίς να καταλαβαίνει. <<Γέρασε πια. Δεν τα βγάζει πέρα με τόσο σκληρή δουλειά. Και… πήρα τη θέση του>>, κατέληξε θριαμβευτικά. 
   <<Μα… μα…>> 
   <<Την επαύριο απ’ τα Χριστούγεννα ξεκινάω>>, συνέχισε ο Λαυρέντης. <<Και τ’ αφεντικό μου’ δωσε μια μικρή προκαταβολή, μέρα που είναι. Να, πάρε>>, της είπε, κι έβαλε στη χούφτα της μερικά χαρτονομίσματα, <<και πήγαινε ν’ αγοράσεις ό, τι άλλο χρειάζεται για το γιορτινό τραπέζι>>.
    Η Καλυψώ έπεσε γελώντας και κλαίγοντας στην αγκαλιά του και τα δυο παιδιά τρύπωσαν χαρούμενα ανάμεσα στους γονείς τους. Κανείς δεν πρόσεξε την κυρά- Φλώρα που έφυγε σκουπίζοντας συγκινημένη τα μάτια της. Πράγματι, κανέναν δεν αφήνει ο Θεός! σκέφτηκε.
    Εκείνη ήταν η μοναδική φορά που λύγισε η Καλυψώ. Μετά από αυτό το θαύμα- γιατί περί θαύματος επρόκειτο, ήταν σίγουρη γι’ αυτό- ήξερε πως δεν είχε τίποτα να φοβάται. Η Παναγία σκέπαζε με τη σκέπη Της το σπιτικό της. Σκέφτηκε τον μικρό Χριστούλη που σε λίγες ώρες θα ερχόταν και πάλι στη Γη, και η ψυχή της γέμισε με ελπίδα. Θα έρχονταν καλύτερες μέρες, όμως, εκείνα τα Χριστούγεννα θα έμεναν πάντα στη μνήμη τους, σαν τα ομορφότερα Χριστούγεννα της ζωής τους! 
   Με το πρώτο χτύπημα της καμπάνας, το χάραμα, ήταν κιόλας έτοιμοι για την εκκλησία. Η γέννησή Σου, Χριστέ ο Θεός ημών… Η ουράνια μελωδία χάιδεψε τ’ αυτιά τους. Κάθισαν δίπλα- δίπλα στον μικρό ναό του χωριού πιασμένοι απ’ το χέρι σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας. Κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων και μετά την απόλυση γύρισαν στο φτωχικό τους, που σήμερα φάνταζε στα μάτια τους σαν το πλουσιότερο παλάτι. Ο Λαυρέντης και η Καλυψώ κοίταζαν συγκινημένοι τα παιδιά τους που χόρταιναν και πάλι το γάλα τους. Και το μεσημέρι γεύτηκαν την ξεροψημένη γαλοπούλα που έστεκε στη μέση του τραπεζιού μέσα στην καλή πορσελάνινη πιατέλα, παραγεμισμένη με τσιγαριστό κρεμμύδι, κιμά, ρύζι, κουκουνάρι και ρόδι. Τις ροδοκοκινισμένες πατάτες που τον συνόδευαν, και το μπουρέκι της κυρά- Φλώρας. Και το απόγευμα η Καλυψώ τους έφτιαξε τηγανίτες και ο Λαυρέντης έψησε κάστανα στη χόβολη του μαγκαλιού. Οι ματιές τους έσμιξαν πάνω από τα κεφαλάκια των παιδιών που είχαν πέσει με τα μούτρα στα ξεροτηγανισμένα γλυκίσματα, γλείφοντας και την τελευταία σταγόνα από το μυρωδάτο σιρόπι. Πράγματι, αυτά ήταν τα ομορφότερα Χριστούγεννα της ζωής τους!

Στέλλα Φραντζή  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!