Η γριά Κώσταινα και οι Βερβελούδες - Δήμητρα Μπουμποπούλου (Λογοτεχνικό Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων 2020) - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2020

Η γριά Κώσταινα και οι Βερβελούδες - Δήμητρα Μπουμποπούλου (Λογοτεχνικό Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων 2020)





Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γριά. Είχε άχτι τις Βερβελούδες [1]. Είχαν μπει τα περσινά Χριστούγεννα στο σπίτι της. Είχαν κάνει ζημιές. Ήθελε αυτά τα Χριστούγεννα να τους δώσει ένα μάθημα.
Μια μέρα πριν τα Χριστούγεννα μια γειτόνισσα της γριάς Κώσταινας, την επισκέφτηκε. Τη ρώτησε: «Πως πάνε οι ετοιμασίες για τη γιορτή;» «Όλα έτοιμα είναι. Φοβάμαι μη μου τα χαλάσουν οι Βερβελούδες. Πέρυσι μου έφαγαν τα μελομακάρονα. Γέμισαν το σπίτι αλεύρια και μέλια. Ξενύχτησα για να καθαρίσω. Πήγα στην εκκλησία και κουτούλαγα από τη νύστα».
«Τι είναι οι Βερβελούδες»; ρώτησε η γειτόνισσα που δεν τις είχε ακουστά. «Δεν ξέρεις τις τριχωτές γυναίκες που κατεβαίνουν τα δωδεκαήμερα από τα τζάκια στα σπίτια; Σκαρφαλώνουν στα ακρωρόφια ή στις καπνιές των τζακιών. Καρτερούν να έρθουν τα μεσάνυχτα για να ξεχυθούν». Η γερόντισσα λέει: «Μήτε τις έχω δει, μήτε ακούσει. Έχω αγιασμό στο σπίτι μου. Έχω το σημάδι του σταυρού με τη λαμπάδα της Ανάστασης κάμει στο τζάκι. Θυμιατίζω κάθε μέρα του δωδεκαημέρου. Έχω εικόνες της Παναγίας σε όλα τα δωμάτια». «Σε καλό σου, Χριστιανή μου! Για τούτο έρχονται οι Βερβελούδες σε μένα κι εσύ δεν τις βλέπεις;» λέει η κυρά-Κώσταινα. «Φτάνει ο αγιασμός. Αν ραντίσεις τα παγανά με αγιασμό, γίνονται άφαντα. Πάω τώρα, γιατί έχω δουλειά», είπε η γερόντισσα.
Η γειτόνισσα έφυγε. Η κυρά-Κώσταινα έβαλε το τηγάνι στο τζάκι να φτιάξει κουταλίτες. Πάρα δίπλα είχε τον αγιασμό με το κλωνί του βασιλικού. Εκεί που τηγάνιζε, μια Βερβελού κρέμασε από την καπνοδόχο το χέρι της, που μάκραινε όσο ήθελε. Της λέει: «Μάνα, δώσε μου μια λαλαντζίτα!» «Κατέβα παρακάτω να σου δώσω», της λέει η γριά. Όταν το χέρι της κοντοζύγωνε στο τηγάνι, της δίνει μία η γριά. Τη ζεμάτισε. Αυτή γρύλισε από τον πόνο. Θύμωσε. Βούτηξε η γριά τον αγιασμό και της λέει: «Φύγε! Θα σε ραντίσω με άγιο νερό να σου περάσει το ζεμάτισμα».
Τότε η Βερβελού έγινε καπνός. Η γριά έφαγε τις κουταλίτες. Μετά έκατσε στο ντιβάνι. Την πήρε ο ύπνος. Η φωτιά στο τζάκι κόντευε να σβήσει. Τότε ακούστηκαν μες στην καμινάδα γέλια και ψίθυροι. Οι Βερβελούδες πάσχιζαν να κατέβουν με σχοινί από το τζάκι. Με τα χάχανά τους η γριά ξύπνησε. «Τώρα θα σας περιποιηθώ», ψιθύρισε.
Βγήκε στην αυλή. Πήρε δύο κούτσουρα. Τα ακούμπησε στα αναμμένα κάρβουνα. Πήρε από την αποθήκη ένα φυσερό του μακαρίτη του γέρου της του σιδερά. Πήρε οινόπνευμα και περίμενε. Μόλις είδε ότι οι Βερβελούδες έφτασαν στην άκρη του σχοινιού, ρίχνει το οινόπνευμα στο τζάκι. Αρχίζει να φυσά με το φυσερό. Η φωτιά φούντωσε. Οι Βερβελούδες έσκουζαν. Καψαλίστηκαν οι ουρές και οι πατούσες τους: «Μας έκαψες μπαμπόγρια!» φώναζαν. Ανέβηκαν πάνω με το σχοινί. Βγήκαν στη σκεπή του σπιτιού. Πήδηξαν στα χιόνια. Κυλιόνταν χάμω για να ανακουφιστούν από το κάψιμο. Η γριά τις κοιτούσε από το παράθυρο και γελούσε. «Σας συγύρισα για τα καλά!» είπε. 
Έτσι η κυρά-Κώσταινα κοιμήθηκε με την ησυχία της, χωρίς να μαζεύει τις ζημιές των Βερβελούδων. Το πρωί πήγε στην εκκλησία. Γιόρτασε τη γέννηση του Χριστού ήρεμη και γαλήνια. Από τότε αποφάσισε να πετάει πάνω στα κεραμίδια του σπιτιού της ψητά λουκάνικα για να τρώνε οι Βερβελούδες. Είχε καλή καρδιά η κυρά-Κώσταινα. Δεν ήθελε να τις ξαναζεμάτισει. Κι έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

[1] Στην Κωνσταντινούπολη, πίστευαν ότι οι Βερβελούδες είναι γυναίκες τριχωτές που κατεβαίνουν τα δωδεκαήμερα από τα τζάκια στα σπίτια. Είναι σκαρφαλωμένες σα μαϊμούδες στα ακρωρόφια ή στις καπνιές των τζακιών, και καρτερούν να έρθουν τα μεσάνυχτα, να ξεχυθούν στο σπίτι με τους καλικάντζαρους. / Βερβελούδες είναι μία από τις ονομασίες, που υπάρχουν στην Ελλάδα για τους θηλυκούς καλικάντζαρους

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!