Συνέντευξη με τη συγγραφέα και Υποψήφια Διδάκτορα Μίνα Στεργιοπούλου - ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2020

Συνέντευξη με τη συγγραφέα και Υποψήφια Διδάκτορα Μίνα Στεργιοπούλου - ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ





Ο «ΚΕΦΑΛΟΣ - Το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς» έχει ξεκινήση μία νέα δράση με τίτλο: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ» (ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ 4ο ΤΟΜΟ γίνονται δεκτές έως τις 31/12/2020 - ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ: ΕΔΩ) και προσκαλεί όλους τους Λογοτέχνες, Ποιητές και Συγγραφείς να συμμετάσχουν σ' αυτήν. Σκοπός της εν λόγω δράσης είναι η προβολή μέσω αφιερωμάτων και συνεντεύξεων των σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών, Ποιητών και Συγγραφέων, είτε έχουν εκδώσει κάποιο βιβλίο είτε όχι και η δημιουργία του πρώτου τόμου της «Ηλεκτρονικής Εγκυκλοπαίδειας των Σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών», η οποία έχει συσταθεί σε μία ανεξάρτητη ιστοσελίδα με τη μορφή ηλεκτρονικών τόμων και την έκδοση δωρεάν e-book.
Στη σημερινή μας παρουσίαση στα πλαίσια της δράσης: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ», θα σας παρουσιάσουμε τη φιλόλογο, συγγραφέας, ηθοποιό και Υποψήφια Διδάκτορα του Ε.Κ.Π.Α., Μίνα Στεργιοπούλου, η οποία συμμετέχει στην «Εγκυκλοπαίδεια Σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών» και απάντησε στις ερωτήσεις του Δημοσιογράφου, Λογοτέχνη και Εκδότη του Περιοδικού Κέφαλος, κ. Πλούταρχου Πάστρα, για το λογοτεχνικό της έργο, τα βιβλία και τη λογοτεχνία. 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗ ΜΙΝΑ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΥ


1. Τι μπορεί να προσφέρει η λογοτεχνία στο σύγχρονο άνθρωπο;

Ο σύγχρονος άνθρωπος βάλλεται από παντού. Η λογοτεχνία μπορεί να του προσφέρει ένα αντίβαρο. Μπορεί να του προσφέρει ό,τι του έχει ακρωτηριάσει η κακή εκπαίδευση, δεν αρκεί να πω νοησιαρχική, ο αστικός τρόπος ζωής, η εικονική πραγματικότητα: την δημιουργική φαντασία, την κριτική σκέψη, την αισθητική. Ο καταπιεσμένος, καταπονημένος σύγχρονος άνθρωπος χρειάζεται ψυχοεκπαίδευση. Η επαφή με την λογοτεχνία μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση της σχέσης του ανθρώπου με βαθύτερες πνευματικές αναζητήσεις. Χρειαζόμαστε εναλλακτικές μορφές ψυχοεκπαίδευσης και η τέχνη είναι μία από αυτές.

2. Η ποίηση στις ημέρες μας δεν έχει τη θέση που κατείχε παλαιότερα. Για ποιο λόγο πιστεύετε πως συμβαίνει αυτό και πως θεωρείτε ότι θα είναι το μέλλον της;

Η χρόνια κακοποίηση της παιδείας έχει συμβάλει σημαντικά σε αυτό. Το τεχνοκρατικό πνεύμα της εποχής επιτάσσει την  άμεση -υποτίθεται- επαγγελματική αποκατάσταση και το σχολείο αντιμετωπίζεται ως προθάλαμος υποψηφίων φοιτητών, ως εκκολαπτήριο επαγγελματιών, άρα, βασικός αν όχι μοναδικός στόχος του σχολείου είναι η εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία προβάλλεται σαν μονόδρομος. Έτσι, το παιδί μαθαίνει από νωρίς να κυνηγά τα "χρήσιμα" και τα "ωφέλιμα". Τα μαθήματα χωρίζονται σε πρωτεύοντα και δευτερεύοντα. Πόσο απλοϊκή αλλά και επικίνδυνη τοποθέτηση! Για καλλιτεχνικά μαθήματα ούτε λόγος! Μέσα σε αυτό το τοπίο, η ποίηση, και η τέχνη γενικώς, δεν έχουν θέση. Αν η ειδίκευση είναι ανάγκη των καιρών, σίγουρα είναι και κίνδυνος. Το ζήτημα δεν είναι το μέλλον της ποίησης. Η ποίηση θα υπάρχει εσαεί. Δεν μας έχει ανάγκη. Εμείς την έχουμε. Η ποίηση είναι μια πόρτα. Αν εμείς δεν την ανοίγουμε και παραμένουμε στο σκοτάδι, τότε το πρόβλημα είναι δικό μας και όχι της πόρτας.

3. Και τώρα μία δύσκολη ερώτηση. Τι σημαίνει για σας ποίηση;

Ποίηση; Να ρίχνεις σταγόνες φωτός μέσα στο σκοτάδι, όπως θα έλεγε ο ποιητής! Είναι μια επανάσταση που αντιστρατεύεται όλες τις επιμέρους επαναστάσεις, όπως θα έλεγε ο ποιητής... Είναι το σημείο συνάντησης της ευφυΐας με την ευαισθησία και την αισθητική. Μια τόσο σπάνια και ευτυχής συνάντηση! Ίσως το μεγαλύτερο πνευματικό επίτευγμα του ανθρώπου. Ο Νίτσε είπε πως όπου κι αν τον οδήγησαν οι θεωρίες του, διαπίστωσε πως ένας ποιητής είχε ήδη πάει εκεί... 

4. Πότε ξεκινήσατε ν’ ασχολείστε με την τέχνη του λόγου και ποιος ήταν ο λόγος που σας παρότρυνε;

Γράφω όταν έχω κάτι να πω. Προφανώς ξεκινά από την ανάγκη να μοιραστώ μία ιδέα, μία σκέψη ή ένα συναίσθημα που δεν χωρά μέσα μου. Και δεν θέλω να χωρέσει. Θέλω να το μοιραστώ.

5. Ποια είναι η πηγή της έμπνευσής σας; 

Οτιδήποτε ή οποιοσδήποτε αγγίζει το μυαλό και την καρδιά μου. Πρόσωπα που  αγαπώ. Οτιδήποτε μου προκαλεί έκρηξη. Οτιδήποτε φαινομενικά ασήμαντο. Οι λεπτομέρειες που συχνά περνούν απαρατήρητες. Οτιδήποτε αντιτάσσεται στα στερεότυπα και την ψευτιά. Οι "περιθωριακές" καταστάσεις, οι κατά κόσμον "περιθωριακοί" τύποι που επιβεβαιώνουν το "οι έσχατοι έσονται πρώτοι". Η  καλοσύνη. Το τσαγερό της γιαγιάς στο ξεχασμένο σκρίνιο, ένα κλουβί χωρίς καναρίνι, ένα αδέσποτο σκυλί που κοιμάται έξω από την λαμπερή βιτρίνα ενός καταστήματος. Οι αντινομίες. Το είναι και το φαίνεσθαι. Ιδιαίτερα με ενδιαφέρει η λεγόμενη "αντρική ψυχολογία". Οι πρωταγωνιστές μου είναι άντρες. Σίγουρα υπάρχει ένα σημείο εκκίνησης για την σύλληψη μιας ιδέας. Το "Γάλα ροζ" ξεκίνησα να το γράφω, όταν από μία μικρή σχισμή στο παντζούρι του δωματίου μου έβλεπα ολόκληρη την πύρινη μπάλα του ήλιου! Πολύ συχνά με εμπνέουν οι εμπειρίες από την συνύπαρξη και τις συζητήσεις με τους μαθητές μου στην τάξη. Τα παιδιά είναι το καλύτερο κομμάτι της ζωής μου! Επίσης, πολλές φορές βασανίζω μια ιδέα στο μυαλό μου κάνοντας ποδήλατο. Το ποδήλατο με βοηθάει πολύ σε αυτό. Μια βόλτα με το ποδήλατο. Ένας καλός μου φίλος έγραψε ένα όμορφο ποίημα για το ποδήλατό μου και τον ευχαριστώ από καρδιάς...

6. Με ποιο λογοτεχνικό είδος ασχολείστε περισσότερο;

Με το διήγημα.

7. Πείτε μας λίγα λόγια για το τελευταίο σας βιβλίο που έχει τίτλο: «ΧΑΠΙ ΝΙΟΥ ΛΑΪΦ». 

Στο Χάπι Νιου Λάιφ ο ήρωας – πρωταγωνιστής με την μυστηριώδη ταυτότητα, ακροβατεί σε ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα. Δυο άνθρωποι, ένας άντρας και μια γυναίκα, που βρίσκονται σε παράλληλες "αποστολές" θα συναντηθούν κάτω από απροσδιόριστες συνθήκες μέσα σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, σε έναν τροπικό παράδεισο με κοραλλιογενείς υφάλους και τις φωνές των γλάρων για εξωτικό ηχόχρωμα. Κι από εκεί θα ξεκινήσει ένα ταξίδι ζωής στην Μεσόγειο -Ελλάδα, Ισπανία, Συρία- για να καταλήξει στο Μαρόκο, στους αμμολόφους με τους καμηλιέρηδες, τις οάσεις των Βερβέρων, τις ιστορίες για τις χίλιες και μία νύχτες κάτω από τ’ άστρα της ερήμου. Είναι ένα μανιφέστο κατά της βίας με φόντο ένα τροπικό νησί και την έρημο Σαχάρα. Ένα νησί όπου ενώνεται η ομορφιά της φύσης με την ανθρώπινη παράνοια που μετατρέπει τα παιδιά, τους τρυφερούς νεοσσούς, σε στρατιώτες του μίσους. Το Χάπι Νιου Λάιφ είναι ένα σχόλιο για τα όρια της ανθρώπινης ελευθερίας. Μια καταγγελία απέναντι στα δεσμά του μυαλού και του σώματος, στο συρματόπλεγμα που χωρίζει την ύπαρξη από την ανυπαρξία. Είναι μια πρόταση ΖΩΗΣ και όχι θανάτου.

8. Ποια είναι η αγαπημένη σας ώρα μέσα στην ημέρα που κάθεστε και γράφετε;

Από το απόγευμα μέχρι το βράδυ. Τότε που η μέρα γέρνει και όλα σιγά σιγά ησυχάζουν. Η συγγραφή για εμένα είναι μια ιεροτελεστία. Συνήθως φτιάχνω τον μικρόκοσμό μου. Δημιουργώ την κατάλληλη ατμόσφαιρα, όπως λένε. Όχι για να βρω την έμπνευση και άλλα τέτοια που συχνά ακούγονται. Όχι. Απλώς στήνω το σκηνικό μου με επιμέλεια και αγάπη. Κοντά στο παράθυρο. Δίπλα στον υπολογιστή και τις κόλλες τοποθετώ ένα βαζάκι με λουλούδια, μία κασετίνα με μολύβια, μαρκαδόρους και άλλα σύνεργα, συνήθως παιδικά. Μπλοκάκια με σημειώσεις, κανένα ξεχασμένο χαρτάκι με μια καρδούλα από το χέρι μαθητή ή μαθήτριάς μου. Μια κούπα με αχνιστό καφέ ή κάποιο ρόφημα. Όλες τις κούπες που με συντροφεύουν μου τις έχουν κάνει δώρο αγαπημένοι φίλοι. Απλά και όμορφα πράγματα. Αυτή είναι η σκηνοθεσία μου.

9. Πως θα χαρακτηρίζατε τη λογοτεχνική παραγωγή σήμερα;

Κόρη του πλούτου και της πενίας!

10. Ποιο θεωρείτε πως είναι το μυστικό της επιτυχίας ενός Best Seller;

Best seller με best seller έχει διαφορά. "Βest seller" είναι το "Έγκλημα και τιμωρία" του Ντοστογέφσκι, best seller είναι και ένα βιβλίο που αποφάσισε να εκδώσει φερ'ειπείν persona grata ή non grata των ΜΜΕ, για να εξαργυρώσει την αναγνωρισιμότητά της. Ο όρος σήμερα συνδέεται με την εμπορική επιτυχία, η οποία συχνά, για να λέμε την αλήθεια, είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων. Χωρίς αυτό να σημαίνει φυσικά ότι όλα τα "ευπώλητα" είναι έργα αμφιβόλου ποιότητας. Αν όμως αναζητά κανείς ένα μυστικό επιτυχίας, τότε μιλάμε για συνταγή-πανάκεια με όρους που οπωσδήποτε είναι ασύμβατοι με την ιδέα της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Δεν είναι συνταγογράφος ο καλλιτέχνης. Ο όρος best seller ταυτίζεται κάποτε και με τον λαϊκισμό στην τέχνη ή με την υποτιθέμενη, σικέ πώληση εν μιά νυκτί χιλιάδων αντιτύπων ή την αγορά τους από τον ίδιο τον συγγραφέα ο οποίος έτσι εντάσσεται με συνοπτικές διαδικασίες στους "ευπώλητους"! Και την άλλη μέρα θα γίνει όντως best seller το βιβλίο, εφόσον πολλοί θα σπεύσουν να αγοράσουν το no 1... Ο φαύλος κύκλος της οικονομίας... Χωρίς ελιτίστικη διάθεση, πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τον όρο best seller.

11. Αν έπρεπε να επιλέξετε ανάμεσα στο έντυπο ή στο ηλεκτρονικό βιβλίο, εσείς ποιο θα επιλέγατε; 

Το έντυπο φυσικά. Το βιβλίο είναι μία ολοκληρωμένη οντότητα και μία ολοκληρωμένη πρόταση αισθητικής. Με εξώφυλλο, περιβολή και περιεχόμενο. Το e book είναι ένα κείμενο γυμνό. Οι περισσότεροι βιβλιοφάγοι μιλούν για την μυρωδιά του χαρτιού. Έχω κάποια παλιά βιβλία με τις σημειώσεις των ανθρώπων που τα είχαν στην κατοχή τους πριν από εμένα. Ακόμα και μια κιτρινίλα, μια σταγόνα καφές που έχει πέσει στην σελίδα, όλα αυτά έχουν μια ιδιαίτερη αξία για την ιστορία και το ταξίδι αυτών των βιβλίων που περνούν από γενιά σε γενιά. Με το βιβλίο δένεσαι, το αγαπάς, του βάζεις σελιδοδείκτες. Υπάρχει ακόμη και η σημειολογία του ανοίγω και κλείνω κάτι. Τους κύκλους της ζωής μας που ανοίγουμε και κλείνουμε. Έπειτα στήνεις την δική σου βιβλιοθήκη. Τα βιβλία είναι στολίδια μέσα στο σπίτι. Οι βιβλιοθήκες δημιουργούν ατμόσφαιρα και ζεσταίνουν τον χώρο. Κάθε βιβλίο ένας ολόκληρος κόσμος. Που ζωντανεύει όταν τον ανοίγεις και ήδη από την πρώτη σελίδα ταξιδεύεις στην ανάμνηση μιας αφιέρωσης: "Στην Μίνα" ή "Με αγάπη"...

12.  Ποια συμβουλή θα δίνατε σ’ ένα νέο λογοτέχνη;

Να μην ακούει τις συμβουλές...  Άλλωστε, κι εγώ νέα είμαι. 

13. Τώρα ας περάσουμε στην πλευρά του αναγνώστη. Ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διαβάσατε;

"Το όνομα του ρόδου" του Ουμπέρτο Έκο.

14. Ποια είναι τ’ αγαπημένα σας βιβλία;


Πολλά. Αναφέρω ενδεικτικά τα θεατρικά έργα του Ουίλλιαμς "Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι" και το "Λεωφορείον ο πόθος",  το "Νεκροταφείο αυτοκινήτων" του Αραμπάλ, "Η όπερα της πεντάρας" του Μπρεχτ,  "Το κόκκινο και το μαύρο" του Σταντάλ, οι "Γελοίοι έρωτες" του Κούντερα, "Ο φιλαράκος" του Γκι ντε Μοπασάν, το "Μαουτχάουζεν" του Καμπανέλλη, το "Λειμωνάριο" του Γιατρομανωλάκη.

15. Τελευταία ερώτηση. Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια στο χώρο της λογοτεχνίας;

Εδώ και μερικούς μήνες γράφω "Το αντίδοτο". Το βασικό σκηνοθετικό μοτίβο του έργου είναι ένας καθρέφτης. Οι πρωταγωνιστές είναι δύο άντρες. Όταν ο ένας εκ των δύο κλείνει τα μάτια του μπροστά στον καθρέφτη, κάτι συμβαίνει, γιατί όταν τα ξανανοίξει απέναντι από τον καθρέφτη εμφανίζεται ο άλλος. Ο ένας μένει σε μία μεγαλούπολη ενώ ο άλλος κατοικεί πάνω σ' ένα Ηφαίστειο, στο Στρόμπολι, στο αρχιπέλαγος των Αιολίδων νήσων. Τα πράγματα περιπλέκονται, όταν εμφανίζεται στην ζωή των δύο ανδρών μία αρχαιολόγος από την ύπαιθρο της Τοσκάνης. Τοπία που εναλλάσσονται ανάμεσα στο διαστημικό αστικό περιβάλλον, τους Μεσαιωνικούς πύργους και τα καλντερίμια του Σαν Τζιμινιάνο στην Σιένα, τα πατητήρια, τους αμπελώνες και τους λόφους με τα ψηλόλιγνα κυπαρίσσια της Τοσκάνης και το εκρηκτικό Στρόμπολι, την αρχαία Στρογγυλή, ένα νησί Ηφαίστειο που κάθε τόσο ξερνά κύματα λάβας και σύννεφα καπνού. Η φωτιά, ο αέρας η Γη και το νερό συνενώνονται στο νησί των Αιολίδων που φλερτάρει με τις μυθικές καταβολές του από τον Αίολο, τον Ήφαιστο και την Αφροδίτη, την θέα του έρωτα.

*     *     *

«Γάλα ροζ»
(της Μίνας Στεργιοπούλου) 


Ανέβηκε την παλιά στριφογυριστή σκάλα της σχολής καλών τεχνών. Ήταν Σάββατο και η σχολή θα παρέμενε κλειστή για τους σπουδαστές. Προσπέρασε τον αίθριο χώρο και συνέχισε προς τον διάδρομο. Στους τοίχους σκισμένες αφίσες και γκράφιτι – προϊόντα της πιο ευφάνταστης καλλιτεχνικής ανησυχίας! Άνοιξε διάπλατα την βαριά ξύλινη πόρτα και μπήκε στην «αίθουσα των χρωμάτων». Το έμπειρο μάτι της ξεχώρισε αμέσως στο βάθος τα αντίγραφα γνωστών έργων, που κοσμούσαν την αίθουσα. Η «Νυχτερινή περίπολος» του Ρέμπραντ, η «Κραυγή» του Μουνκ, «Ο γάμος στην Κανά» του Βερονέζε», «Η Γαλάτεια των σφαιρών» και η «Γκαλαρίνα» του Νταλί. Προσωπογραφίες, τοπία και γυμνά σώματα.
 Στον πάγκο εργασίας υπήρχαν σκόρπια αποκόμματα εφημερίδων και ημιτελή σκίτσα, χάρακες, ξυλομπογιές, βαζάκια με διαλυτικά, γυάλες με ώχρα και γύψο καλλιτεχνίας, αυγοτέμπερες, υπολείμματα από θρυμματισμένη γομολάστιχα και σπασμένες μύτες μολυβιών. Αριστερά μια πολυθρόνα Λουί κενζ με σκαλιστό ερεισίνωτο και δίπλα μια σκονισμένη βιβλιοθήκη, φορτωμένη με ταλαιπωρημένα βιβλία. Κλασική λογοτεχνία, ιστορία της τέχνης και βιογραφίες ζωγράφων, γραμματολογίες και συλλογικοί τόμοι για την Αναγέννηση, τους ρομαντικούς, τον σουρεαλισμό. 
Αγαπούσε τα βιβλία. Ψαχούλεψε τα ράφια και τράβηξε έναν τόμο. «Στον βυθό» του Γκόρκι. Τον ξεφύλλισε για λίγο κι έπειτα τον τοποθέτησε με ευλάβεια στην θέση του και τράβηξε το διπλανό βιβλίο. Ήταν «Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ». Άνοιξε το εξώφυλλο και προσπάθησε να διαβάσει μια ξεθωριασμένη αφιέρωση. Έκλεισε τα μάτια της, μύρισε τις κιτρινισμένες σελίδες κι ύστερα το επέστρεψε κι αυτό στο ράφι του.
 Κάθισε στην λουδοβικική πολυθρόνα και ένιωσε να την ρουφάνε τα πουπουλένια μαξιλάρια ως τα έγκατα μιας άλλης εποχής. Αυτή η φιλόξενη πολυθρόνα ήταν ό,τι έπρεπε, για να χαλαρώσει, προτού ξεκινήσει την δουλειά, για την οποία είχε φτάσει πρωί πρωί στην σχολή καλών τεχνών.


 Ήταν υπεύθυνη για την συντήρηση των έργων τέχνης. Το βλέμμα της πλανήθηκε στον χώρο για μερικά δευτερόλεπτα. Έπειτα την προσοχή της τράβηξε μια ελαιογραφία στον απέναντι τοίχο, λόγω της ιδιαίτερης τεχνικής του αγνώστου δημιουργού. Σηκώθηκε και πλησίασε το έργο. Απεικόνιζε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Αλλά πάνω στις αναρίθμητες πινελιές του μαύρου, κάπου στο βάθος, από μια μικρή σχισμή στο ετοιμόρροπο παράθυρο, έμοιαζε να ξεπροβάλλει σαν πύρινη μπαλίτσα ολόκληρος ο ήλιος. Έμεινε να κοιτάζει τον πίνακα. Ήταν η αποθέωση του κιαροσκούρο, της τεχνικής της ανάδειξης του φωτός μέσα από το απύθμενο σκότος. Σκέφτηκε την τέχνη του Καραβάτζιο με τις φωτεινές μορφές που ξεπετάγονται αναπάντεχα μέσα απ’ το πηχτό σκοτάδι.
 Διάβασε την πινακίδα με τις πληροφορίες κάτω από την ελαιογραφία. «Γάλα ροζ». Δεν καταλάβαινε τον τίτλο. Δεν μπορούσε να εξηγήσει την σχέση του με τον πίνακα. Έσκυψε πιο κοντά. Πέρασε τ’ ακροδάχτυλά της επάνω στον καμβά και άγγιξε τις λεπτομέρειες. Τότε της φάνηκε πως άκουσε κάτι σαν αργόσυρτο παιδικό κλάμα. Μάλλον ήταν η ιδέα της, αλλά αυτό την έκανε να ανατριχιάσει. Έτρεξε στα παράθυρα, έκλεισε τα παντζούρια και τράβηξε τις κουρτίνες, για να εμποδίσει το φως από τις γρίλιες. Αν έπεφτε μέσα στις εκτιμήσεις της, αν ο πίνακας ήταν η επιτομή της τέχνης της φωτοσκίασης, τότε θα τον έβλεπε ακόμη και στο μισοσκόταδο. Έτσι και έγινε. Ω! του θαύματος! Η πύρινη μπαλίτσα του ήλιου έκανε την περήφανη εμφάνισή της στο σκούρο φόντο και αρνιόταν πεισματικά να εξαφανιστεί… Θυμήθηκε τον περίφημο κώδικα Ρέμπραντ, ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα στην ιστορία της ζωγραφικής. Λες να βρισκόταν κι εκείνη εμπρός σε μία ελαιογραφία τύπου ταμπλό βιβάν;


 Έβγαλε από την τσάντα της έναν ειδικό φακό, με τον οποίο εξετάζουν τα έργα οι συντηρητές. Φόρεσε τα γάντια της και βάλθηκε να μελετά τον πίνακα. Άκουσε τρίξιμο στην ξύλινη σκάλα του διαδρόμου. Είχε κλειδώσει την πόρτα, για να δουλέψει απερίσπαστη, επομένως δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία και συνέχισε να αποκρυπτογραφεί το έργο. «Οι παλιές σκάλες θέλουν συντήρηση, τις τρώει το σαράκι», σκέφτηκε με επαγγελματική ευσυνειδησία. 
«Ψάχνετε κάτι;» Ακούστηκε μια μπάσα αντρική φωνή πίσω της. Τρόμαξε. Γύρισε απότομα με τον φακό στο χέρι και σκόνταψε σ’ έναν ψηλό μελαχρινό άντρα ντυμένο στα μαύρα. Τώρα ήταν βέβαιο πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Πώς μπήκε μέσα αυτός ο τύπος; Ήταν σίγουρη πως είχε κλειδώσει την εξώπορτα. «Ηρεμήστε» της είπε. «Η σχολή διαθέτει κι άλλη είσοδο». Διάβασε την σκέψη της… Την κοίταξε για λίγο με το διαπεραστικό του βλέμμα. Της κατέβασε μαλακά το χέρι και απομάκρυνε τον φακό της από τα μάτια του. Έπειτα βγήκε και χάθηκε στο βάθος του σκοτεινού διαδρόμου.
Ένα μήνα μετά, εκείνη σκεφτόταν την πρώτη τους συνάντηση. Τον κοιτούσε που κοιμόταν στο ημίφως του δωματίου. Τον είχε στην αγκαλιά της κι ευχόταν να μην κυλήσει ο χρόνος. Πρώτη φορά ένιωθε τον χρόνο σαν εχθρό της, γιατί ήξερε… Ήξερε πως, προτού ξημερώσει, εκείνος θα χανόταν για άλλη μια φορά, σα να μην άντεχε το φως της ημέρας.


 Ο Οδυσσέας ήταν ένας μυστηριώδης άντρας. Τα μακριά κυματιστά μαλλιά του ήταν πάντα υγρά. Κι η φαντασία της παραμόνευε, για να σκαρώσει τα πιο παιχνιδιάρικα οράματα. Το ιδρωμένο μέτωπό του στο ημίφως τον έκανε να μοιάζει με φιγούρα που το είχε σκάσει από κάποια νωπογραφία και τώρα γλιστρούσε απαλά στο σεντόνι. Αυτός ο άντρας φαινόταν να ακροβατεί επιδέξια ανάμεσα σε δύο κόσμους. Αγγελικά πλασμένος απ’ την μία. Κι απ’ την άλλη, αυτή η αγγελική λεπτότητα εναλλασσόταν κατά τρόπο αβίαστο με μια αρρενωπή τραχύτητα σε κρεσέντο, δίχως καμία νότα παραφωνίας. Ήταν φορέας μιας αντινομίας από αυτές που συνέχουν την ανθρώπινη ζωή, κι ακόμη περισσότερο, όπως έμελλε να αποκαλυφθεί, ήταν φορέας μιας από αυτές τις αντινομίες που συνέχουν δραματικά την ανθρώπινη ύπαρξη. 
Άλλοτε ο Οδυσσέας της θύμιζε θαλασσινή οντότητα ή  – αυτό κι αν ήταν αλλόκοτο! –  της θύμιζε θαλασσινό τοπίο. Δυο καφέ στεφάνια γύρω από την ίριδα στόλιζαν τα μπλε του μάτια. Βράχια που τα χτυπά το άγριο κύμα. Κι η φαντασία της ν’ ανοίγει πανιά. Κι ανάμεσα στα φρύδια του δυο μόνιμες χαρακιές, οι Συμπληγάδες της ζωής του. Κι όταν άνοιγε με δυσκολία τα βλέφαρά του, λίγο πριν ξημερώσει, εκείνη έβλεπε στα μισόκλειστα μάτια του τον ήλιο να διώχνει την αλισάχνη απ’ τα βράχια. 


Στην φαντασία της, ο Οδυσσέας ήταν ένας πίνακας. Ένας πίνακας ανάμεσα στους άλλους, που κρέμονταν στους τοίχους της κρεβατοκάμαράς τους. Εκείνος κοιμόταν στην αγκαλιά της, κι εκείνη παρατηρούσε τα αντίγραφα στους τοίχους. Το «Μαύρο τετράγωνο» του Μάλεβιτς, «Η Παρθένα των βράχων» του Ντα Βίντσι, «Ο θάνατος του Μαρά» του Νταβίντ. Κι απέναντι μόνη της «Η Μαρία η Μαγδαληνή η Μετανοούσα» του Ελ Γκρέκο. Και μαζί με την «Αποκαθήλωση» του Ρούμπενς, θα ερχόταν και η Αποκάλυψη. Γιατί η ζωή αυτού του ανθρώπου ήταν πράγματι ένας πίνακας. Αμέτρητοι τόνοι του μαύρου. Κι αίφνης εκεί μέσα στο σκοτάδι, ξεπηδούσε από μια ρωγμή η φωτεινή του μορφή σαν αερικό κι έκανε παρέα με την Παρθένα, την Μαρία την Μαγδαληνή, το πνεύμα του Μαρά κι όλες τις άλλες μορφές, που δραπέτευαν από τις ελαιογραφίες και παρήλαυναν ελαφροπατώντας στο σκοτάδι. Ο  ίδιος ο Οδυσσέας ήταν ένας πίνακας. Κιαροσκούρο. 
Ο Οδυσσέας, ωστόσο, ήταν ζωγράφος. Ένας ζωγράφος ιδιαίτερος. Δεν χρησιμοποιούσε ποτέ το ροζ. Ποτέ ροζ. Όταν η έμπνευση τον βασάνιζε, εκείνη τον παρακολουθούσε να βουτάει το πινέλο στα σωληνάρια με τα χρώματα και να αγγίζει τον καμβά με το σταθερό και εκφραστικό του χέρι. Ο τρόπος με τον οποίο κρατούσε με το ένα χέρι το τσιγάρο του, ενώ με το άλλο απίθωνε τα χρώματα πάνω στο μαύρο φόντο ήταν μεθυστικός. Την μεθούσε. Αυτό ήταν το δικό τους προκαταρκτικό παιχνίδι, το προανάκρουσμα της δικής τους παννυχίδας. Κι ακολουθούσε η ολονυχτία του Πάθους. Κι εκείνη στροβιλιζόταν σ’ ένα ξέφρενο ερωτικό παραλήρημα, που ξεχυνόταν μέσα απ’ το μαλακό του πινέλο. Και το πινέλο χόρευε απαλά στην ράχη του καμβά κι έφτιαχνε κυκλάκια ανακατεύοντας τα χρώματα, που ξεπετάγονταν με τον πιο ζωηρό τρόπο και σχημάτιζαν ανάγλυφα το όραμά του. Και τότε το πινέλο αποκτούσε δάχτυλα, που άδραχναν συναισθήματα από τα μύχια της ψυχής και τα απέθεταν στην κορυφή του Πάθους. Κι έβαφαν τον μαύρο καμβά. Με όλα τα χρώματα, εκτός από το ροζ.
Ο Οδυσσέας, όταν ήταν βρέφος, εγκαταλείφθηκε μια βροχερή νύχτα έξω από ένα σπίτι με κόκκινο φανάρι και υιοθετήθηκε κρυφά από μια γυναίκα, που την έλεγαν Μάγδα. Βρέθηκε σε κατάσταση υποθερμίας, μελανός και μουσκεμένος. Το σπίτι η σχεδία και το κόκκινο φανάρι ο φάρος της ζωής του. Μεγάλωσε δύσκολα. Στον βυθό. Με γάλα ροζ. Γάλα ανάκατο με αλκοόλ στο μπιμπερό, για να βυθίζεται και να μην ενοχλεί τους θαμώνες στο σπίτι της ανοχής. Αλλιώς, θα ήταν «πρόβλημα», και οι πελάτες δεν θα ανέχονταν το πρόβλημα στο σπίτι της ανοχής. Κολυμπούσε σε έναν ροζ βυθό εξ απαλών ονύχων. Κι έτσι το παιδικό του κλάμα δεν το άκουσε ποτέ κανείς. Εκτός από… Εκείνη. Γιατί το κλάμα του το απορρόφησε το «Γάλα ροζ». Κι έτσι το «πρόβλημα» βυθίστηκε στο «Γάλα ροζ».


 Μεγάλωσε με γάλα ροζ. Μα το δωμάτιο, όπου κοιμόταν, έβλεπε, από την πίσω πόρτα της σχολής καλών τεχνών, στην «αίθουσα των χρωμάτων». Ήταν το σκοτεινό δωμάτιο με τα σίδερα στο σφαλισμένο παράθυρο, όπου μεγάλωνε κρυφά, το δωμάτιο όπου κρυβόταν από τα αδιάκριτα βλέμματα των πελατών κι ενίοτε και από τα αδιάκριτα χέρια που ζητούσαν να τον θωπεύσουν. Ο ίδιος, όταν ήταν παιδί, είχε ανοίξει μια σχισμή στο ξεχαρβαλωμένο παράθυρο και κοιτούσε απέναντι. Κάθε τόσο κοιτούσε απέναντι. Και με μια μικρή λίμα προσπαθούσε να μεγαλώσει την χαραμάδα στο παράθυρο. Μέχρι που κάποια μέρα μπήκε μέσα ένα μικρό σπουργίτι. Και τότε έχτισαν το παράθυρο με λάσπη και πέτρες. Εκείνος όμως είχε προλάβει! Πρόλαβε να δει απέναντι. Τις ακουαρέλες, τους χρωστήρες και τ’ απομεινάρια της τέμπερας στις παλέτες.
 Κι έτσι του σφηνώθηκε η ιδέα να γίνει ζωγράφος. Τα πρώτα του σύνεργα – βρετίκια από τον σκουπιδοτενεκέ της σχολής καλών τεχνών – ήταν δυο ξεμαλλιασμένα πινέλα, μερικά ζουληγμένα σωληνάρια κι ένας καμβάς με ξεραμένα χρώματα. Κι έγινε ζωγράφος. Πλέον δίδασκε στην σχολή καλών τεχνών. Ο ζωγράφος με τα μπλε μάτια, που φορούσε πάντα μαύρα και δημιουργούσε συνωστισμό στο πέρασμά του…
Η γυναίκα που τον υιοθέτησε κρυφά, η Μαγδαληνή, η πεταλούδα με τα τσακισμένα φτερά, η νύμφη που το πρωί σακάτευε το κορμί της πάνω στις αιχμηρές ορέξεις των πελατών, και το βράδυ, προτού κοιμηθεί, έκανε τον σταυρό της, τον έγραψε στην σχολή κι έδωσε ό,τι οικονομίες είχε, για να τον σπουδάσει. Κι εκείνος σπούδασε την τέχνη του φωτός, κι ας είχε ζήσει στο σκοτάδι. Μερικές φορές αρκεί μια μικρή σχισμή, για να μπει στο σκοτεινό δωμάτιο μια δέσμη φωτός και να τ’ αλλάξει όλα. Εκείνος άνοιξε την χαραμάδα στο παράθυρο και τότε ξεχύθηκε στο δωμάτιο ολόκληρος ο ήλιος και στα κύματα των μαλλιών του ολόκληρη η θάλασσα. Κι οι χαρακιές ανάμεσα στα φρύδια του έγιναν ρυάκια που έβαψαν τα μάτια του μπλε. Και το ροζ γάλα ξαναβάφτηκε λευκό.  
Μόνο που του έμειναν ορισμένες συνήθειες. Γιατί το μπλε νερό λίμνασε στα μάτια του και γύρω γύρω αναδύθηκαν βράχοι από λάσπη και πέτρες, και τα ρυάκια δεν κατρακύλησαν ποτέ στα μάγουλά του, παρά λοξοδρομούσαν, για να απορροφηθούν από το «Γάλα ροζ» και να ενωθούν με τον χείμαρρο των υπόκωφων παιδικών δακρύων. Κι έτσι το κλάμα του δεν το άκουσε ποτέ κανείς, εκτός από… Εκείνη. Και κάθε ξημέρωμα εκείνος περπατούσε τρεκλίζοντας στον δρόμο παρέα μ’ ένα μπουκάλι γάλα ροζ. Και δεν χρησιμοποιούσε ποτέ το ροζ χρώμα. Γιατί το έπινε. Κι έβλεπε πεταλούδες με τσακισμένα φτερά. Κι έμπαινε πάντα στην σχολή καλών τεχνών από την πίσω πόρτα…  

Τέλος



*     *     *





ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΙΝΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΥ


Η Μίνα Στεργιοπούλου είναι φιλόλογος, συγγραφέας και ηθοποιός. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και υποκριτική στην Ανώτερη σχολή δραματικής τέχνης «Ιάκωβος Καμπανέλλης». Είναι κάτοχος Master of science στην αρχαία ελληνική γλώσσα και υπ. διδάκτωρ  (PhDc) του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στον τομέα της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας, με ειδίκευση στο αρχαίο δράμα. Κάνει μετεκπαίδευση στην συμβουλευτική ψυχολογία ως ειδικός ψυχικής υγείας. Εκπονεί διδακτορική διατριβή με θέμα την τραγωδία του Ευριπίδη. Γνωρίζει αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Έχει σκηνοθετήσει δύο θεατρικά έργα, μία ταινία μικρού μήκους, μία σπουδαστική ταινία μικρού μήκους, έχει λάβει μέρος ως ηθοποιός σε πολλές θεατρικές παραστάσεις και έχει ιδρύσει δύο θεατρικές ομάδες. Το 2012 τιμήθηκε με το Α’ βραβείο του κέντρου ερεύνης της ελληνικής λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών για μία συλλογή πρωτογενούς λαογραφικού και ιστορικού υλικού από την περιοχή της Θεσσαλίας, η οποία βρίσκεται υπό έκδοση με τον τίτλο «Σ΄έχου πατέρα!». Το 2017 εξέδωσε το βιβλίο «Τράγων ωδή και πολέμου ιαχή». Είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων και έχει δημοσιεύσει απόσπασμα από την μελέτη της «Οδυσσέας – Μία περιπλάνηση» στην 5η Ανθολογία της ΕΕΛΣΠΗ. Στο ερευνητικό της έργο περιλαμβάνονται μελέτες για τον Όμηρο, τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Ευριπίδη, τον Αριστοφάνη, τα Κύπρια Έπη, τον Κικέρωνα και τον Κάτουλλο. Το 2018 δημοσίευσε το διήγημά της με τίτλο «Γάλα ροζ» στην Ανθολογία Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας των εκδόσεων Όστρια. Το 2019 εξέδωσε το διήγημα "Χάπι Νιου Λάιφ" από τις εκδόσεις Όστρια. Αρθρογραφεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά. Γράφει βιβλιοκριτικές, στοχαστικά δοκίμια και χρονογραφήματα. Ετοιμάζεται να εκδώσει το νέο της μυθιστόρημα με τίτλο "Το αντίδοτο". Εργάζεται ως καθηγήτρια, ερευνήτρια και ακαδημαϊκή σύμβουλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!