Συνέντευξη με τη λογοτέχνιδα Ειρήνη Φραγκάκη - ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2019

Συνέντευξη με τη λογοτέχνιδα Ειρήνη Φραγκάκη - ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ




Ο «ΚΕΦΑΛΟΣ - Το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς» έχει ξεκινήση μία νέα δράση με τίτλο: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ» και προσκαλεί όλους τους Λογοτέχνες, Ποιητές και Συγγραφείς να συμμετάσχουν σ' αυτήν. Σκοπός της εν λόγω δράσης είναι η προβολή μέσω αφιερωμάτων και συνεντεύξεων των σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών, Ποιητών και Συγγραφέων, είτε έχουν εκδώσει κάποιο βιβλίο είτε όχι και η δημιουργία του πρώτου τόμου της «Ηλεκτρονικής Εγκυκλοπαίδειας των Σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών», η οποία θα συσταθεί σε μία ανεξάρτητη ιστοσελίδα με τη μορφή ηλεκτρονικών τόμων και την έκδοση δωρεάν e-book.

Στη σημερινή μας παρουσίαση στα πλαίσια της δράσης: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ», θα σας παρουσιάσουμε τη Λογοτέχνιδα, Ειρήνη Φραγκάκη, η οποία συμμετέχει στην «Εγκυκλοπαίδεια Σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών» και απάντησε στις ερωτήσεις του Δημοσιογράφου, Λογοτέχνη και Εκδότη του Περιοδικού Κέφαλος, κ. Πλούταρχου Πάστρα, για το λογοτεχνικό της έργο, τα βιβλία και τη λογοτεχνία.


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΦΡΑΓΚΑΚΗ

1. Αν έπρεπε να δώσετε έναν ορισμό για τη λογοτεχνία, ποιος θα ήταν αυτός;

Ο ορισμός της λογοτεχνίας δεν δύναται να προσδιοριστεί μονοσήμαντα. Η τέχνη της εκφοράς λόγου μέσω της συγγραφής και της ποίησης είναι  ένα πολύπλοκο φαινόμενο του οποίου η εξέλιξη και η αισθητική αλλάζει μέσα στο πέρασμα του χρόνου, σφυρηλατημένο από πολιτικό-οικονομικές και ηθικές θέσεις, της κάθε εποχής. Γιατί ο κόσμος όλος, αποτελείται από αφηγήσεις. Όλων των ειδών. 

2. Τι μπορεί να προσφέρει η λογοτεχνία στο σύγχρονο άνθρωπο;

Η λογοτεχνία, προσφέρει άπειρα αφηγηματικά μοντέλα στην κοινωνική αρένα της εξέλιξης αισθήσεων, συναισθημάτων, ηθικής και αισθητικής μέσα από την αστείρευτη μυθοπλασία του ανθρώπινου νου. Ταυτόχρονα, γίνεται μοχλός ανάστασης του παρελθόντος, σχηματισμού του μέλλοντος και εκπόρνευσης του παρόντος. Ανάλογα με το πώς η παιδεία του κάθε σύγχρονου ανθρώπου, δύναται να αντιληφθεί τις βαθύτερες έννοιες, σκέψεις και προβληματισμούς που αποδίδει ο κάθε λογοτέχνης.

3. Η ποίηση στις ημέρες μας δεν έχει τη θέση που κατείχε παλαιότερα. Για ποιο λόγο πιστεύετε πως συμβαίνει αυτό και πως θεωρείτε ότι θα είναι το μέλλον της;

«Η ποίησης είναι η καταπίεση που φθονούμε». Κ. Καρυωτάκης.
Σε ένα κόσμο γεμάτο μικρόψυχα συναισθήματα αλλοτριωμένα πλήρως από την υποκουλτούρα της τηλεόρασης, η ποίηση βρίσκεται υπό διωγμόν. Ταυτοχρόνως όμως αποτελεί κι ένα γόνιμο χωράφι για ψυχές οι οποίες ανθίστανται στη βαρβαρότητα του σήμερα. Αυτός ο λόγος από μόνος του καθιστά ποιο αναγκαία την ποίηση σήμερα σε μία εποχή ολότελα αντιποιητική. Η ποίηση είναι ο ορισμός της ελευθερίας του νου αλλά σήμερα ζούμε στην εποχή του Big Brother. Της απόλυτης σκλαβιάς των μαζών.
Ελπίζω στους λίγους που ακόμα αγγίζει η ποίηση να φυτέψει μέσα τους το σπέρμα της επανάστασης της λευτεριάς του νου.

4. Και τώρα μία δύσκολη ερώτηση. Τι σημαίνει για σας ποίηση;

Ο ορισμός της ποίησης είναι ανύπαρκτος. Είναι σα να θωρείς το πρόσωπό σου σε καθρέπτη και ν’ αντικρίζεις το απόλυτο κενό. Είναι σα να προσπαθείς να εξηγήσεις τ’ ανεξήγητα.
«Η ποίηση έχει τις ρίζες της, στην ανθρώπινη ανάσα», όπως λέει ο Σεφέρης.
Η ποίηση είναι για μένα η στιγμή που ο φόρτος των συναισθημάτων που θέλω να μεταδώσω, παύει να γίνεται μέσω του πεζού κειμένου. Γιατί το ίδιο το πεζό κείμενο έχει τα δικά του όρια κι είναι απρεπές να τα περάσουμε. Από ‘κει και πέρα κάποια πράγματα μεταφέρονται με ποίηση και ζωγραφική.
«Στον πεζό λόγο χωρούν τα μύρια. Στην ποίηση όλα.» Γ. Δ. Σαμαρτζής

5. Πότε ξεκινήσατε ν’ ασχολείστε με την τέχνη του λόγου και ποιος ήταν ο λόγος που σας παρότρυνε;

Στιγμές. Στιγμές στην εφηβεία μου που στιγμάτισαν το μέλλον. Ένα χέρι να μου κλείνει το στόμα, να μη με αφήνει να βγάλω από μέσα μου την κραυγή που ήθελα ν’ ακουστεί γύρω μου. Αυτός ο κόμπος μέσα μου, έψαχνε να βρει διέξοδο κι η μόνη κραυγή που βγήκε ήταν μέσω της πεζογραφίας και της ποίησης. Ήταν ο τρόπος μου να αντισταθώ και να ανταπεξέλθω σε αυτό που προσπαθούσε να φιμώσει την ψυχή μου. Ήταν πόνος, ψυχικός και σωματικός. Ήταν το αίμα μου αυτό που έγραφε και όχι το μελάνι. 

6. Γιατί γράφετε;

Πίνω νερό να ξεδιψάσω. 
Τρώω φαί για να χορτάσω.
Κι έπειτα γράφω στο χαρτί της ψυχής, το είναι να δοξάσω.

7. Ποια είναι η πηγή της έμπνευσής σας; 

Πραγματικά αυτή η απάντηση με δυσκόλεψε. Σκέφτηκα διάφορες απαντήσεις. Τα παιδιά μου, την καθημερινότητα, τα όνειρα κι άλλα πολλά. Κλείνοντας τα μάτια μου και γέρνοντας το κεφάλι πίσω στην καρέκλα, σε μια ιδιόμορφη προσπάθεια αυτοψυχανάλυσης και αναπόλησης της αρχής όλων, το μόνο που βρήκα ήταν μια ζεστή φωνή να γλυκοτραγουδά πάνω στον αργαλειό. Τη φωνή της γιαγιάς μου. Να σιγοτραγουδά τον Ερωτόκριτο, τον έρωτα της Αρετούσας κι όλο αυτό να μπαίνει μέσα μου, να ξυπνάει στο μυαλό μου κάτι άγνωστο. Κάτι που υπήρχε εκεί μέσα ριζωμένο από γεννησιμιού μου αλλά μόλις το ‘βλεπα πρώτη φορά. Ή για να ακριβολογώ , το άκουγα. Όχι όμως με τ’ αυτιά. Το άκουγα με την ίδια μου την ψυχή, με όλο μου το είναι. Αυτή είναι η έμπνευση μου. Μια Αρετούσα, ένας Ερωτόκριτος κι ένας έρωτας. 

8. Μιλήστε μας για το λογοτεχνικό σας έργο.

Δύσκολο έως ακατόρθωτο για έναν γραφέας να μιλήσει ο ίδιος για το έργο του.
Προσωπικά σαν Ειρήνη Φραγκάκη, για το μόνο που μπορώ να μιλήσω είναι η αγάπη και η ανάγκη μου να γράφω. Για τα υπόλοιπα, μιλούν οι αναγνώστες, οι κριτικοί και... ο χρόνος...

9. Ποια είναι η αγαπημένη σας ώρα μέσα στην ημέρα που κάθεστε και γράφετε;

Μέσα στην ημέρα! Τι υπέροχη έκφραση! Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να γράφει με το φως της ημέρας. Ίσως το μόνο που με προλαβαίνει τώρα πια είναι αυτό της χαραυγής.
Οι ώρες είναι πολύ μακριά από το φως, έχω συντροφιά τη φωτεινότητα της οθόνης του υπολογιστή και της λάμπας του πορτατίφ. Πολύ πρωινές ή πολύ νυχτερινές.

10.  Πως είναι η ζωή ενός λογοτέχνη στα χρόνια της κρίσης;

Για μερικούς ίσως, η ζωή τους να βρίσκεται πολύ μακριά από αυτό που αγαπούν κι η ανάγκη της έκφρασης μέσω της τέχνης να απέχει παρασάγγας από την καθημερινή επιβίωση.
Εκδοτικοί με τη σέσουλα ξεφυτρώνουν συνεχώς, υποσχόμενοι λαγούς με πετραχίλια. Ενίοτε βγάζουν χρήμα πάνω στις πλάτες των συγγραφέων χωρίς οι δεύτεροι να βλέπουν δεκάρα τσακιστή, άλλοτε ζητάνε υπέρογκα ποσά και εκμεταλλεύονται τους συγγραφείς μετατρέποντάς τους με γελοία συμβόλαια, σε πωλητές των έργων τους.
Δεν μπορούμε όμως να παραβλέψουμε και το άλλο κομμάτι της λογοτεχνίας, το μεγαλύτερο ίσως. Αυτό των αναγνωστών που η αγορά βιβλίων με τις οικονομικές δυσκολίες που υφίστανται, έχει γίνει είδος πολυτελείας.

11. Ποιο θεωρείτε πως είναι το μυστικό της επιτυχίας ενός Best Seller;

Δεν ξέρω, δεν έχω γράψει κανένα best seller.

12. Αν έπρεπε να επιλέξετε ανάμεσα στο έντυπο ή στο ηλεκτρονικό βιβλίο, εσείς ποιο θα επιλέγατε; 

Τη σημερινή εποχή είναι σημαντικά και τα δύο. Ο όγκος των βιβλίων που θέλουμε να διαβάσουμε είναι τεράστιος, και ως αναγνώστες έχουμε πληθώρα επιλογών. Μπορώ να φανταστώ λοιπόν το όνειρο του καθενός μας, να έχουμε ένα αποκλειστικό χώρο, ένα ολόκληρο δωμάτιο ίσως, μόνο με βιβλία. Επειδή όμως αυτό είναι αδύνατον, καταφεύγουμε κάποιες φορές και σε ηλεκτρονικά βιβλία μειώνοντας και τον χώρο και το χρηματικό ποσό μιας κι είναι φθηνότερο.
Αλλά... αυτό το αλλά, δεν θα σταματήσει πιστεύω ποτέ να υπάρχει. Η αίσθηση του χαρτιού, η μυρωδιά του φρεσκοτυπωμένου, δεν πρόκειται να τα αντικαταστήσει ποτέ καμία αλλαγή. 

13.  Ποια συμβουλή θα δίνατε σ’ ένα νέο λογοτέχνη;

Κανένας λογοτέχνης δεν έχει ανάγκη από συμβουλές. Η αγάπη της συγγραφής, είναι αρκετή.
Οι συμβουλές ξεκινούν από τη στιγμή που το έργο του καθενός παίρνει το δρόμο προς τους εκδοτικούς, οπότε κι εύχομαι να έχουν γερό στομάχι και του ταξιδιού προς τους αναγνώστες όπου η ευχή μου είναι να έχουν τεράστια αγκαλιά για την αγάπη που θα εισπράξουν.

14. Τώρα ας περάσουμε στην πλευρά του αναγνώστη. Ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διαβάσατε;

Το τελευταίο βιβλίο το τέλειωσα πριν λίγες μέρες. Κι όσο κι αν ξενίσει κάποιους δεν ήταν ούτε ποιητικό, ούτε λογοτεχνικό. Ήταν ένας κατάλογος βιβλιογραφίας χειρογράφων μίας καθολικής μονής στο Παλέρμο της Ιταλίας το οποίο θα επισκεφθώ σύντομα για να τα μελετήσω από κοντά, τα οποία σχετίζονται άμεσα με ιστορικές τεκμηριώσεις για την περίοδο αμέσως μετά την 4η σταυροφορία του 1204, για ένα βιβλίο που συγγράφω τα τελευταία 5 χρόνια κι αποτελεί όνειρο και προορισμό ζωής η ολοκλήρωσή του για μένα.

15. Τελευταία ερώτηση. Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια στο χώρο της λογοτεχνίας;

Όπως προείπα, έχω ξεκινήσει τη συγγραφή ενός πολύ σημαντικού βιβλίου για μένα. Η έρευνα και η συγγραφή του είναι πρόκληση. Στόχος μου είναι η ολοκλήρωση του έργου αυτού, δίνοντάς μου τη δυνατότητα να βρω ταυτόχρονα τα δικά μου όρια και σε άλλα μονοπάτια.

                                *     *     *


Η Μοναχούλα, η Ζωή
(έργο της Ειρήνης Φραγκάκη) 

Μια φορά κι έναν καιρό…
Κι έτσι ξεκινούν τα παραμύθια…
Το δικό μας ξεκινάει λίγο διαφορετικά…
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν η Ζωή…
Το δικό μας κοριτσάκι, καθισμένο στην άκρη του δρόμου.
Μια κυρία είχε σταθεί εδώ και ώρα, κρυμμένη σε μια γωνιά κοιτώντας τη λυπημένη.
Αναρωτιόταν πώς γίνεται να υπάρχουν άνθρωποι που επιβάλουν σε παιδιά να δουλεύουν; Πώς να αφήνουν τα σημάδια του πόνου και του κρύου να χαράζουν τα λεπτά κι ευαίσθητα χεράκια τους; Πώς, αντί να το έχουν στη ζεστασιά ενός σπιτιού και μιας αγκαλιάς, το αφήνουν μόνο του στο δρόμο, να κρυώνει, να ταλαιπωρείται δίχως έλεος, για να του πάρουν μετά τα χρήματα που θα κερδίσει.

Η καλή αυτή κυρία, τυλιγμένη με μια λευκή κάπα, την πλησίασε σαν νεράιδα ου βγήκε από παραμύθι.
Το κοριτσάκι μας, τραβήχτηκε πιο πίσω, φοβισμένο με τα μάτια χαμηλωμένα να κοιτάνε το πεζοδρόμιο.
Η κυρία Ελπίδα, έτσι την έλεγαν, παρατήρησε το κορμάκι της μικρής. Έτρεμε από το κρύο και τα χειλάκια της είχαν μελανιάσει.

Κάθισε δίπλα της… και με απαλή φωνή της ψιθύρισε:
«Δώσε μου τα χέρια σου μικρό μου! Είναι τόσο παγωμένα».
Χωρίς να την κοιτάξει και με τη φωνούλα της να τρέμει, πιο πολύ από τα χεράκια της, της απάντησε:
«Δεν… δεν πειράζει, θα ζεσταθούν σε λίγο», είπε το κοριτσάκι μας, νιώθοντας την καλοσύνη στη φωνή της.
«Δεν γίνεται να μείνεις εδώ. Κάνει πολύ κρύο» της απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη.
«Δεν μπορώ να φύγω, θα με ψάχνουν».
«Θα έρθεις μαζί μου».
«Όχι, δεν γίνεται, θα καταλάβουν, θα με τιμωρήσουν και θα...» σταμάτησε τα λόγια της, μην μπορώντας να συνεχίσει αφού αυτό που ήθελε να πει την πόναγε πολύ.
Η κυρία Ελπίδα το κατάλαβε αλλά δεν δίστασε κι επέμεινε.
«Είσαι σίγουρη γι αυτό καρδούλα μου; Έλα, μην το σκέφτεσαι. Τι θα κάνουν; Φοβούνται πιο πολύ από εσένα. Μαζί μου θα έρθεις και μην φοβάσαι τίποτα».
Το κοριτσάκι χάθηκε στις σκέψεις του και το μυαλό του γύρναγε εκεί που θα την πήγαιναν όταν τέλειωνε η δουλειά που την είχαν βάλει να κάνει. Ένα χαμόσπιτο βρώμικο, γεμάτο κατσαρίδες και ποντίκια. Λίγο νεράκι θα της είχαν ίσα να πλύνει τα χεράκια της. Λίγο ψωμί και δυο ελίτσες για βραδινό. Μα αυτό που την πόναγε περισσότερο, ήταν το τσουβάλι που είχαν τοποθετήσει κάτω στο πάτωμα ονομάζοντάς το κρεβάτι.
Εκεί, μέσα στην παγωνιά και στην σκληράδα του τσιμέντου θα προσπαθούσε να ξεκουράσει το κουρασμένο της κορμάκι για να συνεχίσει την επόμενη μέρα την ίδια εργασία.

Η κυρία Ελπίδα, ανασηκώθηκε απλώνοντας το χέρι της στη μικρή που έτρεμε από το κρύο και τις άσχημες αναμνήσεις. Το κορίτσι δίσταζε αλλά η καλή αυτή κυρία την κοίταξε τρυφερά.
«Μη φοβάσαι, θα είμαι εγώ εδώ».
Δειλά, άπλωσε το χεράκι της αφήνοντάς το στη ζεστή παλάμη της γυναίκας.
Δεν ήταν μαθημένη σε τέτοιου είδους τρυφερότητες και τώρα το συναίσθημα αυτό της προκαλούσε μια τρελό, μα γλυκό χτυποκάρδι στη μικρή καρδούλα που φτερούγιζε στο στήθος της.
Η γυναίκα, της χάιδεψε τα μαλλιά στοργικά για να αποδιώξει κάθε υπολειπόμενο φόβο μιας και ήταν σίγουρη πως αυτό το μικρό μπουμπούκι, το μόνο που είχε νιώσει στη ζωή του ήταν φόβος και πόνος.
Ξεκίνησαν με βήμα γρήγορο που επιτάχυνε και τις ανάσες τους.
Η γυναίκα ήθελε να φτάσουν όσο πιο γρήγορα γινόταν στο σπίτι της.
Η ζεστασιά που θα πρόσφερε στη μικρή κι ένα πιάτο φαγητό ήταν αυτά  που χρειάζονταν πρώτα απ’ όλα.
Καθώς ξεκλείδωνε την πόρτα, το κοριτσάκι ένιωσε την καρδιά της να φεύγει από το σώμα της.
Την έστελνε γεμάτη προσευχές κι ευχαριστίες εκεί ψηλά.
Και να.
Δεν είχε χαθεί η ανθρωπιά τελικά.
Αυτή η γυναίκα δεν ήταν άλλος ένας περαστικός άνθρωπος αλλά η σωτηρία της.
Το κοριτσάκι κοίταξε τον συννεφιασμένο ουρανό ακόμη μια φορά λίγο πριν περάσει το κατώφλι της πόρτας που ενώ θα έκλεινε πίσω της, ήταν σίγουρη πως άνοιγε για να της εξασφαλίσει ό,τι μέχρι τώρα της έλειπε.
«Έλα αγάπη μου», είπε στοργικά η γυναίκα.
«Κάθισε εδώ κοντά στο τζάκι να ζεσταθείς και εγώ πάω να σου φτιάξω κάτι να φας».
«Ευχαριστώ πολύ», είπε η μικρή με το κεφαλάκι της κατεβασμένο ντροπαλά.
Κοίταγε τις φλόγες κι ήταν σαν να τρύπωναν μέσα της. Ζέσταιναν, έλιωναν κι εξαφάνιζαν, κάθε τι κρύο της είχε αφήσει η προηγούμενη ζωή της, έστω κι αν ήταν τόσο σύντομη.
Στα δέκα της χρόνια είχε υποστεί όσα δεν περνάει ένας άνθρωπος στη μισή του ζωή.
Μα τώρα, όλη αυτή η εμπιστοσύνη που ένιωθε για εκείνη τη γυναίκα, ήρθε και καταλάγιασε όλους της τους φόβους.
Η ματιά της, τα τρυφερά της λόγια, οι κινήσεις της, όλα μαζί έμοιαζαν βγαλμένα από παραμύθι.
Από τις σκέψεις της, την έβγαλε η μυρωδιά από το δίσκο που πρόβαλε μπροστά της.
«Φάε κοριτσάκι μου να ζεσταθείς κι άλλο. Και μετά θα πάμε να σου δείξω το δωμάτιό σου».
«Το… το δωμάτιό μου; Μα πως;»
«Έλα ξεκίνα και όσο εσύ θα τρως εγώ θα σου λέω τη δική μου μικρή ιστορία».
Η μικρή ξεκίνησε με αργές κινήσεις. Δεν ήθελε να βιαστεί. Ήθελε να το απολαύσει.
Η κυρία Ελπίδα με βουρκωμένα μάτια ξεκίνησε την εξιστόρηση ενός γλυκόπικρου παραμυθιού.
«Είχα ένα κοριτσάκι κάποτε. Όμορφο και καλό σαν εσένα. Μα αρρώστησε κι ο Θεούλης την πήρε κοντά του. Από τότε είμαι μόνη μου».
Η μικρή την κοίταξε με δυσπιστία αφού φοβήθηκε ότι ίσως τελικά να μην ήταν τόσο καλή όσο νόμιζε. Ότι κι εκείνη ήθελε κάτι.
Όμως αυτές τις σκέψεις τις έδιωξε γρήγορα αφού κατάλαβε πως όλα αυτά τα σκεφτόταν κι έφταιγε ο φόβος της. Την είχαν κάνει πολύ καχύποπτη αλλά την ελπίδα δεν είχαν καταφέρει να την διώξουν από την ψυχούλα της.
Η μικρή παραμέρισε με τ’ ακροδάχτυλά της ένα τσουλούφι που έπεσε άτακτα στο μέτωπό της και κοίταξε την κυρία Ελπίδα ίσια στα μάτια, με τα δικά της να μοιάζουν με τις φλόγες από το τζάκι που σιγόκαιγε δίπλα τους.
«Γι αυτό με πήρατε μαζί σας; Επειδή σας λείπει;»
«Όχι αγάπη μου. Δεν σε πήρα από το πεζοδρόμιο για να αντικαταστήσεις την κόρη μου αλλά γιατί δεν πρέπει να είσαι μόνη σου. Είσαι παιδάκι, χρειάζεσαι αγάπη. Αν το θέλεις ακόμα, μπορείς να μείνεις μαζί μου. Να είσαι σίγουρη πως θα σου δώσω όση αγάπη έχω. Και δεν θα μείνεις ποτέ πια μοναχούλα σου».
Η μικρή την κοίταξε βαθιά.
Ένα δάκρυ έκανε να κυλήσει στη σκέψη ότι αυτό ήταν το όνομά της. Έτσι είχε βαφτίσει η ίδια τον εαυτό της αφού κανείς μέχρι τότε δεν την είχε φωνάξει με κάποιο όνομα.
«Ει, Εσύ», της φώναζαν άγρια κάθε φορά που απευθύνονταν σ’ εκείνη.
Έτσι αποφάσισε να γίνει η ίδια νονά του εαυτού της. Και βρήκε ένα και μοναδικό όνομα που ταίριαζε και στο πρόσωπο και στην ψυχή της.
Μοναχούλα.
Κρατήθηκε όμως και δεν έκλαψε παρόλο που τα μάτια της είχαν ήδη βουρκώσει.
«Θα μείνω». Είπε με τρεμάμενη φωνή. «Θα μείνω όμως θέλω μια χάρη».
«Πες μου κι αν μπορώ, ευχαρίστως να στην κάνω».
«Να μου δώσετε ένα όνομα όπως όλα τα παιδάκια».
«Δεν έχεις όνομα;» απόρησε η γυναίκα.
Η μικρή κούνησε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά δείχνοντας το όχι που πνιγόταν στο λαιμό της.
“Πως γίνεται!” αναρωτήθηκε η Ελπίδα, νιώθοντας την ψυχή της να ουρλιάζει από αγανάκτηση.
Κρατιόταν να μην κλάψει από την ώρα που είδε το κοριτσάκι στο πεζοδρόμιο, όμως μέσα της έκλαιγε σπαραχτικά.
Δεν άντεξε. Η όψη της μικρής με τα υπέροχα γυαλιστερά μάτια να την κοιτάνε απορημένη την έκανε να μην μπορεί πια να κρατηθεί.
Άφησε τον χείμαρρο να ξεπλύνει όλες τις άσχημες αναμνήσεις του κοριτσιού.
Τώρα κάθονταν αγκαλιά στον καναπέ, απέναντι από το τζάκι και ξέπλεναν μαζί, όλο το παρελθόν.
Ανασηκώθηκε, κράτησε το προσωπάκι της μικρής στραμμένο προς τα εκείνη και της είπε:
«Ζωή, αυτό θα είναι το όνομά σου».
«Μ’ αρέσει πολύ, αλήθεια! Ευχαριστώ. Κι εγώ θα σε φωνάζω μαμά. Σε πειράζει;» είπε η μικρή κι έγειρε τρυφερά αγκαλιά της νέας μητέρας που κοίταγε στο τζάμι σαν να είδε φάντασμα.
«Καθόλου κοριτσάκι μου. Καθόλου. Εγώ θα είμαι η μαμά σου κι εσύ θα είσαι η Ζωή μου».
Στο τζάμι, ήταν το κοριτσάκι της. Ζωγραφιζόταν η χαμογελαστή του μορφή και στο άκουσμα της λέξης, χαμογέλασε πιο πλατιά και την χαιρέτησε με τα μικρά του δαχτυλάκια.
Η φλόγα από τα κούτσουρα έλαμψε στα μάτια τους, μάρτυρας της νέας αυτής σύνδεσης ζωής.
Της Ζωής και της μανούλας που ποτέ δεν γνώρισε.

Και τώρα μπορούμε να πούμε:
Και ‘ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς θα ζούμε καλύτερα αν κοιτάμε που και που σε κάποιο πεζοδρόμιο μήπως δούμε άλλη μία «Μοναχούλα της Ζωής», χωρίς να ξεχνάμε πως πάνω απ’ όλα, μικροί και μεγάλοι, είμαστε άνθρωποι και οφείλουμε να προσέχουμε και τους άλλους ανθρώπους γύρω μας, για να μην είναι κανείς δυστυχισμένος.
Γιατί, ναι.
Όλοι μαζί μπορούμε να κάνουμε τον κόσμο μας καλύτερο.
Ειδικά αν αυτός αποτελείται από χαμογελαστά παιδικά προσωπάκια!

Το τραγούδι
(Η αγκαλιά)
Το χαμόγελο κι η αγάπη
Του παιδιού που είναι στην άκρη
Που ζητάει ζεστασιά και αγκαλιά.

Το χεράκι του που απλώνει
Με κορμάκι που ριζώνει
Ας του δώσουμε εμείς μια αγκαλιά.

Να ‘χει πάντοτε παιχνίδια
Στη ζωή του για στολίδια
Στην ψυχούλα του να λάμπει η αστροφεγγιά.

Δεν γυρεύει τίποτα άλλο
Μόνο αγάπη, τίποτ’ άλλο
Για να μάθει να πετάει όλο χαρά.


© Φραγκάκη Ειρήνη




Η τελευταία Άνοιξη
(έργο της Ειρήνης Φραγκάκη) 

Τα φώτα τρεμόπαιζαν και τα μάτια του Παύλου άνοιξαν διάπλατα στη θέα αυτής της κατάλευκης οπτασίας που πέρναγε μπροστά του.

Παρά τα εξήντα πέντε του χρόνια έδειχνε, μα κι ένιωθε συνάμα το πολύ πολύ σαραντάρης. Γέρος δεν τον έλεγες με τίποτα αφού τίποτα στη θωριά του δεν μαρτυρούσε την ηλικία του και αυτό ήταν ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα μα και ο άσσος στο μανίκι του για να τραβάει ακόμα και τώρα τα βλέμματα των γυναικών πάνω στους γκρίζους κροτάφους του.
Πάνω στις λιγοστές από τον χρόνο ρυτίδες, που τον λυπήθηκε και δεν τον χαράκωσε αλλά τον άγγιξε απαλά. Σαν να είχε κάνει μυστική συμφωνία μαζί του κι εκείνος την δέχτηκε.
Οι περισσότεροι συνομήλικοι φίλοι του, είχαν προ πολλού αφεθεί στη μοίρα των γηρατειών απλά και μόνο από την ημερομηνία γέννησής τους. Δεν πήγαινε το μυαλό τους να κοιτάξουν τόσο πλήθος γυναικών όπως ο Παύλος, μα κι ούτε προκαλούσαν.
Σχεδόν όλοι είχαν παντρευτεί, είχαν αποκτήσει παιδιά κι εγγόνια. Που χρόνος για ξενοκοιτάγματα και τσιλημπουρδήματα;
Το καφενείο, η πρέφα, το τάβλι, ο ελληνικός καφές και το ουζάκι, ήταν η διασκέδαση και μέχρι εκεί.
Η επιστροφή στο σπίτι ήταν γι αυτούς το λιμάνι τους, η ασφάλεια που νιώθει κάποιος όταν τον περιμένουν και δεν γυρνάει απλά σε τέσσερις τοίχους για να ακουμπήσει τη δυστυχία που προσφέρει η μοναξιά σε αυτές της ηλικίες.
Ο Παύλος όμως… διέφερε.
Δεν ένιωθε μόνος, ήταν απλά μοναχικός. Δεν επεδίωξε ποτέ να παντρευτεί, δεν είχε πατρικά φίλτρα ούτε την επιθυμία να ξαποστάσει και να «δέσει» κάπου. Αυτός δεν έψαχνε λιμάνια και κάβους. Αναζητούσε θάλασσες, νησιά να πέσει ναυαγός, να σωθεί για λίγο και να ξαναμπαρκάρει με άγνωστη ρότα. Λάτρευε το ταξίδι χωρίς να αναζητά προορισμό.
Ανύπαντρος λοιπόν, χωρίς κανέναν για οικογένεια, φίλοι και γνωστοί, γεροντοκόρο τον κορόιδευαν, αλλά βαθιά μέσα τους τον ζήλευαν. Τον ζήλευαν όπως ακριβώς και τον λυπόντουσαν. Ποιος από αυτούς θα χαλάλιζε την οικογενειακή θαλπωρή, την ασφάλεια του σπιτικού και τα ασταμάτητα χαμόγελα των μικρών παιδιών για να περάσουν νύχτες ηδονής και απόλαυσης;

Και τώρα, σήμερα, ο Παύλος ένιωθε μαγεμένος από αυτό το λευκό λουλούδι που στο πέρασμά του, τον μέθυσε με το άρωμα της. Κι έμοιαζε, ω Θεέ μου!, σαν γιασεμί.
Κι έτσι τον τύλιξε. Κλαριά πετούσε και τον έδενε. Αναρριχούνταν πάνω του και τον τράβαγε μαζί της αφού όση ώρα περπάταγε στο δρόμο που κι εκείνος είχε επιλέξει απόψε να κάνει τη βόλτα του, την είχε πάρει στο κατόπι και δεν την άφηνε λεπτό από τα μάτια του.
Απόψε, που γιόρταζε το κλείσιμο των εξηκοστών πέμπτων γενεθλίων του. Απόψε ο Θεός, η μοίρα, ο χρόνος, του έκαναν δώρο , τον ξελόγιαζαν και τον μαγνήτιζαν.

Η Μάρθα επέλεξε ένα ήσυχο για τα δεδομένα της καφέ, να ξεκουράσει τα μακριά της πόδια. Η βόλτα της είχε γίνει για να γιορτάσει τον χωρισμό της, την μοναξιά που έψαχνε να βρει μετά από δέκα χρόνια γάμου. Γιόρταζε που επιτέλους κατάφερε να απεγκλωβιστεί από έναν δέσμιο τύραννο. Ανάμεσα στους χιλιάδες θαυμαστές που καθημερινά και από μικρή ηλικία την περικύκλωναν, αυτή στραβώθηκε και διάλεξε τον χειρότερο. Όμορφος ήταν, μα μετά από τόσα χρόνια αναρωτιόνταν τι στο καλό είχε πάθει τότε. Μάγια της είχε κάνει; Αφού πέραν της ομορφιάς του τίποτα άλλο δεν είχε να της προσφέρει! Παιδιά δεν ήθελε να κάνει, ήθελε να ξεκοκαλίσει μόνος του την περιουσία της και να την απολαμβάνει ζώντας στη χλιδή.
Δεν τον κατάλαβε αμέσως, αφού ως γνωστόν ο έρωτας είναι τυφλός, μα τελειώνοντας ο πρώτος χρόνος, εκείνος έπαψε να κρύβεται. Δεν του ήταν αρκετή η τόση ομορφιά της, τα μάτια της που μέχρι τότε τον κοίταζαν μ’ εκείνο το κεχριμπαρένιο χρώμα κι έλιωναν.
Είχε μάθει να ζει μέχρι τέλους, δεν ήταν διατεθειμένος να περιμένει το πλήρωμα του χρόνου για να μετανιώσει χαμένες στιγμές, πάθη κι έρωτες.

Γιόρταζε η Μάρθα, γιόρταζε κι ο Παύλος σήμερα. Και οι δυο τώρα καθισμένοι αντίκρυ, είχαν εντοπίσει ο ένας το βλέμμα του άλλου και κοιτάζονταν αδιάκοπα.
Και θα συνεχιζόταν αυτό το παιχνίδισμα, αν ο Παύλος δεν έβρισκε το θάρρος να πάει κοντά της, να συστηθεί και να της ζητήσει να της κάνει παρέα.
Εκείνη δέχτηκε μ’ ένα ατέλειωτο χαμόγελο. Ήδη είχε γοητευτεί από αυτόν τον άντρα με το γλυκό πρόσωπο, με το αληθινό χαμόγελο και την αρχοντική κορμοστασιά του.
Κουβέντα στην κουβέντα, έφτασαν και στα συναισθήματα που ένιωθαν ο καθένας χωριστά απόψε. Και από τη μια η νύχτα, από την άλλη ο καιρός, βοήθαγαν τόσο πολύ. Παρ’ όλο που ήταν τέλος Άνοιξης, ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος κι ένα ζεστό αεράκι έκανε την εμφάνισή του λες κι ήταν καλοκαίρι. Ζήταγαν κάτι να δροσιστούν, να διώξουν τον ιδρώτα που κύλαγε στο μέτωπο και ύγραινε τις παλάμες τους.
Κι όσο πέρναγε η ώρα, όσο οι λέξεις έκαναν βουτιά στις καρδιές τους με τα τόσα κοινά που έβρισκαν ο ένας στον άλλο, τόσο η έλξη δυνάμωνε. Κι ήταν κι αυτή η ελευθερία… που αφαιρεί ενδοιασμούς για ηλικίες και χρόνια, που κατατροπώνει ταμπού και το μόνο που αφήνει είναι δεσμά και αλυσίδες σπασμένες στο πέρασμά της.
Την έπιασε από το χέρι. Σηκώθηκαν χωρίς να το ξανασκεφτούν αφού ο Παύλος ήδη είχε πάρει τις αποφάσεις του μα κι η Μάρθα είχε ήδη καταλάβει τις προθέσεις του. Και το ήθελε τόσο κι εκείνη.
Την οδήγησε στο αυτοκίνητό του. Έβαλε μπροστά τη μηχανή και κίνησε για το σπίτι του.
Δεν άργησαν να φτάσουν, ο Παύλος κατέβηκε και πήγε στην πόρτα του συνοδηγού. Την άνοιξε και της έδωσε το χέρι του. Τζέντλεμαν ήταν, είναι και παρέμενε για μια ζωή αφού το λάτρευε το γυναικείο φύλο.
Μπήκαν στο σπίτι του χωρίς ν’ ανάψουν φώτα. Ανέβηκαν τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην κρεβατοκάμαρα βγάζοντας ένα ένα τα ρούχα τους, πετώντας τα στο πάτωμα.
Το κρεβάτι υποδέχτηκε τον έρωτά τους αγόγγυστα…
Στα απλωμένα σατέν σεντόνια κυλίστηκαν με μαεστρία, ωριμότητα και πείρα, απολαμβάνοντας κάθε φιλί, κάθε άγγιγμα…
Μέχρι που ο Παύλος στο τελευταίο καρδιοχτύπι, στην τελευταία του πνοή, άφησε λίγες λέξεις να την συντροφεύουν.
-«Δεν έχω αγαπήσει ποτέ ως τώρα άλλη γυναίκα Μάρθα, μα εσένα απόψε νιώθω να σε αγαπώ.»
Κι έζησε το τελευταίο βράδυ, της τελευταίας του Άνοιξης, όπως δεν είχε ζήσει ολάκερα τα χρόνια της ζωής του ως τώρα…


Λευκά όνειρα
(έργο της Ειρήνης Φραγκάκη) 

Δάκρυ που έσταξες βαθιά μες στην ψυχή μου
να γίνεις φως παρακαλώ για τη ζωή μου.
Αέρας γίνε και μακριά πάρε τον πόνο 
Φάρος να γίνεις συντροφιάς για μένα μόνο.   
Στείλε ψηλά μια προσευχή μέχρι τ’ αστέρια
δρόμο να βρεις να συναντά τα δυο της χέρια. 
Στ’ όνειρο δώσε συντροφιά ένα φιλί μου 
Λευκή να γίνει η αλήθεια στη ζωή μου. 

Όνειρα υπάρχουν αν εσύ μ’ αγαπάς
λευκά θα γίνουν αν το χέρι μου κρατάς
ελπίδα υπάρχει στης ζωής μας το φιλί
το χρώμα υπάρχει  σ’ ότι ζήσαμε μαζί.

Βάλε στον ουρανό φωτιά για να καεί η βροχή
διώξε την πίκρα με το χέρι κάν’ τη λίγο πιο εκεί
δώσε χαμόγελο στα χείλη που πικράθηκαν πολύ
τη μοναξιά μας τη σκοτώνει  μόνο αν θα χαθεί.
Άδειοι οι δρόμοι που διαβαίνω κι η ψυχή σκοτεινή
φεγγάρι ξένο αρμενίζει σε σκιά εποχής
κορμί γδαρμένο από νύχια που ματώνουν το κορμί
μα η αγάπη όσο υπάρχει ‘ναι ‘κει ζωντανή.

Όνειρα υπάρχουν αν εσύ μ’ αγαπάς
Λευκά θα γίνουν αν το χέρι μου κρατάς
ελπίδα υπάρχει στης ζωής μας το φιλί
χρώμα υπάρχει  σ’ ότι ζήσαμε μαζί.

Μνήμες στην άμμο σε χορτάρι απαλό περπατώ
σου ζωγραφίζω με τραγούδι ένα τρελό σ’ αγαπώ
βάζω λουλούδια να περάσεις εαυτέ μου σιωπηλέ
ένα ουρανό θα σου χαρίσω ερωτά μου κρυφέ.
Δεν τις σκοτώνει ένα αντίο τις δικές μας στιγμές
βάζω στο πλοίο αναμνήσεις νέες μα και παλιές
κουπί τραβάω δυνατά και πριν ακόμα χαθείς
το χέρι απλώνω και ζητάω πίσω να ξαναρθείς.

Όνειρα υπάρχουν αν εσύ μ’ αγαπάς
Λευκά θα γίνουν αν το χέρι μου κρατάς
ελπίδα υπάρχει στης ζωής μας το φιλί
χρώμα υπάρχει  σ’ ότι ζήσαμε μαζί.


©Φραγκάκη Ειρήνη
Τραγούδι που γράφτηκε για το βιβλίο μου «Λευκά Όνειρα»


*     *     *



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΙΡΗΝΗ ΦΡΑΓΚΑΚΗ

Η Ειρήνη Φραγκάκη, γεννήθηκε στην Σητεία της Κρήτης το 1976. Τα τελευταία χρόνια, ζει στην Αθήνα μαζί με τον σύζυγό της και τα 5 παιδιά της.
Από τη γενιά της μητέρας της είναι απόγονος του μεγάλου κρητικού ραψωδού Βιτσέντζου Κορνάρου.
Τιμήθηκε στην πολιτιστική εκδήλωση "Το μονοπάτι των βιβλίων" στην Ρόδο το 2015 για την αναφορά του νησιού στα έργα της και βραβεύτηκε με ΤΡΟΥΛΙΑ (πέτρινες κατασκευές που θεωρούνται προσευχή των νησιωτών στον Θεό).
Ασχολείται με τη συγγραφή μυθιστορημάτων για ενήλικες, παιδικών βιβλίων, ποίησης, στίχων, ζωγραφίζει και φτιάχνει κοσμήματα.

Λίγα λόγια από την συγγραφέα
Γεννήθηκα αερικό… λέγανε ότι έπεσα στη Γη από άλλο πλανήτη, μάλλον γιατί ουδέποτε συμβιβάστηκα με τα δεδομένα των υπολοίπων… αντιδραστικό παιδί και ναι..πάντα παιδί.
Γράφω γιατί εμπνέομαι από παντού. 
Γράφω γιατί αυτός είναι ο τρόπος μου να αναλύω καλύτερα τις καταστάσεις… γιατί αυτό είναι η ανάσα μου.
Γράφω γιατί προβληματίζομαι, όχι επειδή είμαι πολίτης αυτής της χώρας και κάτοικος αυτού του πλανήτη, αλλά επειδή αναρωτιέμαι τι στα κομμάτια είναι αυτό που μας πάει πίσω, κι ακόμα δεν το έχουμε καταλάβει…
Γράφω γιατί αυτά που σκέφτομαι κι αυτά που νιώθω, θέλω να τα μοιράζομαι…
Γράφω γιατί η γραφή για μένα είναι μαθηματικά.
Ένα κι ένα κάνουν δύο. Κι επειδή τα μαθηματικά είναι η πιο καθαρή γλώσσα αυτήν χρησιμοποιώ μόνο που το κάνω με γράμματα, αντί για αριθμούς…
Πως; Θα σου δώσω τις πράξεις, εσύ θα βρεις τις λύσεις.
Γυρίζω την πλάτη μου στα… βοηθήματα…

Βιβλιογραφία
“Η αγάπη που άνθισε στην ψυχή μου”   εκδόσεις Δυάς Εκδοτική - 2011 και σε e-book το 2016 (υποψήφιο για βραβείο στον διαγωνισμό του ΕΚΕΒΥ «Το καλύτερο μυθιστόρημα της χρονιάς 2011»).
Επανεκδόθηκε το 2018 με νέο τίτλο «Εντροπία-Για να ξαναγεννηθείς, πρέπει πρώτα να πεθάνεις» και νέο εξώφυλλο, από τον ίδιο εκδοτικό.

“Η πεταλούδα της νύχτας”  εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία -2013 και σε e-book το 2016
Επανεκδόθηκε από την Δυάς Εκδοτική το 2018 με τίτλο “Βιασμός ενός αγγέλου”.

“Το αστέρι κι η ευχή”   παραμύθι Εκδόσεις ΑΝΑΣΑ- 2015
Επανεκδόθηκε το 2018 από την Δυάς Εκδοτική.

“Λευκά όνειρα”   Εκδόσεις Πνοή – 2016 
(Βραβευμένο από τον Πολιτιστικό & Λαογραφικό Σύλλογο Αμπερνάλλι Σορωνής Ρόδου με την πλακέτα του Συλλόγου τους καθώς επίσης και τον Σύλλογο και Ξενώνα Κακοποιημένων Γυναικών της Ρόδου)
(Υποψήφιο στα βραβεία Public για το καλύτερο μυθιστόρημα της χρονιάς 2016)

“Για πού το ’βαλες… Χριστουγεννιάτικα-Το μυθιστόρημα των… 17” Συλλογικό έργο από τη Νίκη Εκδοτική του οποίου τα έσοδα χρησιμοποιήθηκαν για φιλανθρωπικό σκοπό.
(Υποψήφιο στα βραβεία Public για το καλύτερο μυθιστόρημα της χρονιάς 2016)

Οι στίχοι στο τραγούδι Αλήθειες Ζωής που τραγουδάει ο Χρήστος Ρενιέρης, γράφτηκε για το 2ο βιβλίο της από την ίδια.
Για να ακούσετε το τραγούδι:
http://www.youtube.com/watch?v=Grw2G7Iqprk&feature=g-high-u

Βίντεο για το βιβλίο «Η αγάπη που άνθισε στην ψυχή μου»
http://www.youtube.com/watch?v=Z5wgtShB23Y
Βίντεο για το βιβλίο «Η πεταλούδα της νύχτα»
http://www.youtube.com/watch?v=S2YRjqH0Chs
Βίντεο για το βιβλίο «Λευκά Όνειρα»
https://www.youtube.com/watch?v=b8qMi3YokQs
Βίντεο για το βιβλίο «Για πού το ’βαλες… Χριστουγεννιάτικα-Το μυθιστόρημα των… 17»
https://www.youtube.com/watch?v=6ksGI22HCig
Βίντεο του τραγουδιού που γράφτηκε για το παραμύθι «Το αστέρι κι η ευχή» σε στίχους της συγγραφέως, φωνή και μουσική Σπυριδούλα Πουλιάση
https://www.youtube.com/watch?v=6_uq2xErOfI
Ακουστικό βίντεο του παραμυθιού:
https://www.youtube.com/watch?v=6P9ojNJzbWs

Αρθρογραφία:
Ιντερνετικά περιοδικά-εφημερίδες-sites
Mag News Paper
Είμαστε γυναίκες
Ellinikos FM
Booknights
WritersGang
Διά-θεση
Korifogrami
Logotexniki
Anazitiseis
Womland
greekaffair.gr

Και στο έντυπο Free Press περιοδικό, “Books and Writers”

Επικοινωνία με τη συγγραφέα: 
eirinifragaki@gmail.com
https://www.facebook.com/irene.frag.1?ref=tn_tnmn
http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&blogger=irenefr
https://twitter.com/#!/Eirini_Fragaki
http://irene-f.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!