Ιστορία αληθινή ή μύθος - Δέσποινα Σαλβάνου | Λογοτεχνικό Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων 2023 - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2023

Ιστορία αληθινή ή μύθος - Δέσποινα Σαλβάνου | Λογοτεχνικό Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων 2023



 ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ Ή ΜΥΘΟΣ;


-Ελάτε, ελάτε παιδιά μου! Καλώς ήρθατε! Καλημέρα!

-Καλημέρα κύριε Ρούντολφ! Τί θα μας μάθετε σήμερα;

-Λοιπόν, σήμερα λέω να σας πω μία Χριστουγεννιάτικη ιστορία. Θέλετε;

-Ναι!!!!!

-Ωραία, αρχίζω:

Μια φορά κι ένα καιρό, στο χωριό του Αι – Βασίλη, πολύ μακριά από εδώ, δύο μήνες πριν την Πρωτοχρονιά, ο Αι – Βασίλης καθόταν στην αναπαυτική πολυθρόνα του απέναντι από το τζάκι του και διάβαζε τα γράμματα που του είχαν στείλει τα παιδιά. Το ένα έλεγε « Άγιε Βασίλη φέτος θέλω για δώρο ένα I – phone 12 » ή « Αγαπητέ Άγιε Βασίλη θα ήθελα για δώρο Χριστουγέννων ένα tablet» και άλλα παρόμοια πράγματα. Τότε, ο Αι – Βασίλης τρομαγμένος φωνάζει τον Ευθύμη, που ήταν ένας νεράιδος και προσωπικός βοηθός του Αγίου, το ίδιο και το κορίτσι του, η Λυδία (νεράιδα και αυτή).

      -Τί είναι αυτά που διαβάζω εδώ; Γιατί όλα τα παιδιά μου ζητάνε κινητά και tablet; Ρώτησε ο Αι – Βασίλης.

     - Αλήθεια Άγιε μου; Ρωτά η Λυδία τρομαγμένη.

     - Και βέβαια! Ελάτε να δείτε και μόνοι σας, της απαντά ο Αι – Βασίλης.

Σκύβουν οι νεράιδοι και διαβάζουν τα γράμματα των παιδιών. Ο Αι – Βασίλης δεν τους έκανε πλάκα τελικά. Και τότε λέει ο Ευθύμης:

-Νομίζω ότι πρέπει να φωνάξουμε έναν κατάσκοπο να δει τί γίνεται στη γη. 

-Ωραία ιδέα, λέει η Λυδία, πάω να φωνάξω κάποιον. 

Όταν έστειλε τον κατάσκοπο να δει τί γίνεται εκεί κάτω αυτός τους απάντησε:

-Εδώ όλοι είναι με κάτι ορθογώνια λεπτά κουτάκια στο χέρι και συνεχώς πατάνε πάνω σε κάτι εικόνες.

Ρωτάει ο Αι – Βασίλης τον κατάσκοπο:

-Τα παιδιά τί κάνουν; Παίζουν ή είναι στα κινητά τους;

-Δε βλέπω κανένα παιδί, ούτε στην πλατεία ούτε στην παιδική χαρά.

-Τότε που εξαφανίστηκαν τα παιδιά;

-Ααααα!!!Τα βρήκα!! Είναι μέσα στα σπίτια τους μπροστά από ένα μεγάλο κουτί που συνδέεται από ένα καλώδιο με ένα πλατύ λεπτό κουτάκι με τετραγωνάκια.

Μετά από αυτό που τους είπε ο κατάσκοπος, ξαφνικά η οθόνη έκλεισε και λίγα δευτερόλεπτα μετά ακούστηκε ένα μεγάλο….ΠΑΦ!!!!!

-Τί έγινε πάλι; Ρώτησε ο άγιος Βασίλης ανήσυχος για το θόρυβο που ακούστηκε!

-Ωχ, όχι, η Λυδία λιποθύμησε! Μα η Λυδία δε λιποθυμάει συχνά, οπότε η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή, είπε ο Ευθύμης.

Μετά όταν η Λυδία συνήλθε με τη βοήθεια μιας νοσοκόμας, εξήγησε στον Αι – Βασίλη και στον Ευθύμη τί είχε καταλάβει. Τους λέει λοιπόν:

-Αυτό που κατάλαβα εγώ είναι ότι τα κινητά έχουν μία ενέργεια που σε κάνει να μην μπορείς να ξεκολλήσεις από πάνω τους. Και τώρα αυτό που θα έπρεπε να κάνουμε είναι να σταματήσουμε την πώληση τους, πράγμα αδύνατο, οπότε ξεχάστε το. Οπότε αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να βρούμε ποιος δίνει τα κινητά στον κόσμο.

-Τέλει! Μήπως έχεις πιθανούς υπόπτους; Τη ρώτησε ενθουσιασμένος ο Ευθύμης.

-Ναι, έχω, του απάντησε η Λυδία. Και είναι πολλοί, θέλετε να σας τους αναφέρω;

-Ναι!!!!είπαν και οι δυο μαζί.

Εντάξει! Λέει η Λυδία. Λοιπόν, πρώτος είναι ο δήμαρχος γιατί αυτός αποφασίζει τι θα πωλείται στο εμπόριο και τί όχι. Δεύτεροι, είναι οι μαγαζάτορες επειδή μπορεί να πουλάνε παράνομα κινητά. Και τρίτοι είναι οι δάσκαλοι γιατί μπορεί να λένε στα παιδιά να πάρουν κινητά.

-Πω, πω!!!! Σαν πολλοί δεν είναι οι ύποπτοι σου; Ρώτησε ο Αι – Βασίλης.

-Ο Αι – Βασίλης έχει δίκιο Λυδία, είπε ο Ευθύμης, πώς θα προλάβουμε μέσα σε δυο μήνες να λύσουμε αυτό το μυστήριο;

Μετά από λίγα λεπτά σιωπής πετάγεται η Λυδία και λέει:

-Δε θα το πιστέψετε! βρήκα τη λύση! Ακούστε τί θα κάνουμε! Θα βάλουμε όλα τα ξωτικά να πάνε στη γη να ρωτήσουν τους ύποπτους χωρίς να καταλάβει κανείς τίποτα! Τέλειο δεν είναι;!!!

-Ναι, εντάξει συμφωνώ! Άντε τώρα και οι δυο στα κρεβάτια σας να κοιμηθείτε όσο εγώ θα προετοιμάζω τα ξωτικά για την αποστολή τους, είπε ο Αι – Βασίλης.

-Καλημέρα Αι – Βασίλη! Είπαν και οι δυο νεράιδοι μαζί.

-Καλημέρα παιδιά μου! Πώς είστε;

-Καλά είμαστε! λέει η Λυδία. Στη συνέχεια ρωτάει ο Ευθύμης:

-Τα ξωτικά είναι έτοιμα; 

-Ναι….όχι….δηλαδή…..ξωτικάααα ξυπνήστε! Ώρα να φύγουμε! Είπε ο Αι – Βασίλης.

Τα ξωτικά ξύπνησαν και παραδόξως ετοιμάστηκαν σε χρόνο μηδέν. Τα είχαν όλα έτοιμα από την προηγούμενη ημέρα!

-Μπράβο! Μπράβο ξωτικά μου! Είπε ο Αι – Βασίλης ενθουσιασμένος.

-Ωραία! Πετάχτηκε η Λυδία. Δηλαδή είμαστε έτοιμοι να φύγουμε.

-Πάμε λοιπόν! Πετάχτηκε και ο Ευθύμης!

Καθώς βγήκαν έξω περπάτησαν για δέκα λεπτά για να βρουν που είναι το λεωφορείο του Αι – Βασίλη για να φύγουν. Αλλά δεν το είδαν πουθενά.

-Που εξαφανίστηκε του λεωφορείο σου Άγιε Βασίλη; Ρώτησαν τα ξωτικά μαζί.

-Άγιε Βασίλη να ρωτήσω κάτι; Είπε ένα μικρό ξωτικό.

-Ναι, πεσμου Αστέρη

-Νομίζω ότι θα πρέπει να σκάψουμε στο χιόνι για να βρούμε το λεωφορείο επειδή μπορεί να το έχει σκεπάσει το χιόνι.

-Εντάξει, ξεκινήστε να σκάβετε αλλά γρήγορα γιατί αρκετά έχουμε αργήσει! Είπε γρήγορα ο Ευθύμης ανήσυχος.

Αυτό τους πήρε μισή μέρα και τρεις ώρες αλλά πουθενά δεν βρήκαν το λεωφορείο. Το μόνο που βρήκαν ήταν κάτι πολύ μικρές, μικρές πατημασιές. Τότε ο Ευθύμης αναφώνησε:

-Ω! Κοιτάξτε ένα στοιχείο! Αυτό θα μας βοηθήσει πολύ γιατί κανένας άνθρωπος δεν έχει τόσο μικρά πόδια εκτός από τα παιδιά!

-Και δεν υπάρχει περίπτωση κάποιο παιδί να θέλει να ξεκολλήσει από το κινητό του για να κλέψει ένα λεωφορείο! Συμπληρώνει η Λυδία.

Μα ο Ευθύμης διαφωνεί:

-Ναι, αλλά αν κάποιος αναγκάζει το παιδί να το κάνει;

-Ωχ! Γιατί οι ύποπτοι μας αυξάνονται και πληθύνονται όλο και πιο γρήγορα; Ρώτησε ο Αι – Βασίλης και συνέχισε: 

-Τώρα τί θα κάνουμε αφού δεν έχουμε μεταφορικό μέσο;

Μετά από αρκετά λεπτά ακούστηκε ένα απότομο κορνάρισμα. Ήταν η Εύα, η ξαδέλφη του 

Αι – Βασίλη. Ο Αι – Βασίλης αναφώνησε:

-Ω! Γεια σου Εύα! Πως και από εδώ; Αααα! Έλα να σου συστήσω τους βοηθούς μου. Από εδώ είναι ο Ευθύμης και από εδώ είναι η Λυδία, οι προσωπικοί μου βοηθοί.

-Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω! Είπε ο Ευθύμης.

-Και εγώ χαίρομαι πολύ, είπε η Εύα και συνέχισε: Εσύ Λυδία γιατί δε μιλάς;

Μα αντί να απαντήσει η Λυδία πετάγεται ο Ευθύμης και λέει:

-’Αστην, κάτι θα σκέφτεται τώρα.

-Ναι, έχει δίκιο ο Ευθύμης, σκεφτόμουν μήπως….άστο……Εύα όπως ερχόσουν μήπως είδες ένα κόκκινο – πράσινο….

-Φανάρι; Πετάγεται η Εύα.

-Όχι, ένα κόκκινο – πράσινο λεωφορείο. Είπε η Λυδία λιγάκι συγχυσμένη.

-Ααααα! Ναι, είδα ένα! Ήταν κοντά στο χωριό των νάνων, παρκαρισμένο πίσω από μια λεύκα, της απάντησε γρήγορα πάνω στην αναστάτωση τη η Εύα.

Τόση ώρα ο Αι – Βασίλης δε μιλούσε αλλά τώρα δεν κρατιόταν άλλο και είπε:

-Ωραία! Ξέρω πού είναι το χωριό! Ξέρω  που είναι και η λεύκα και επίσης νομίζω ότι κάποιος νάνος θα είναι ο κλέφτης. Εσείς παιδιά τί λέτε;

-Συμφωνούμε απόλυτα! Είπαν και οι τρεις μαζί.

-Ωραία! Εύα μπορείς να μας πας στο χωριό γιατί τώρα εμείς δεν έχουμε μεταφορικό μέσο;

-Ναι, φυσικά Αι – Βασίλη! Μπείτε στο αυτοκίνητο.

-Α! Ένα λεπτό παιδιά και φεύγουμε! Ε..κλείστε για λίγο τα αυτιά σας γιατί…Ξωτικάααα πίσω στο εργαστήρι και συνεχίστε τη δουλειά! Φώναξε πολύ δυνατά ο Αι -Βασίλης.

Μόλις έφτασαν βρήκαν το λεωφορείο εκεί, αλλά συνέχισαν και πήγαν στο χωριό. Εκεί χτύπησαν το κουδούνι από το σπίτι του δημάρχου. Ο δήμαρχος τους είπε να περάσουν μέσα. Ο Αι – Βασίλης εξήγησε στο δήμαρχο τί είχε συμβεί. Και ο δήμαρχος κάλεσε αμέσως σε συνέδριο όλους τους νάνους για να τους κρίνει και να βρουν τον ένοχο. Στα μισά που νόμιζαν ότι βρήκαν τον ένοχο, ξαφνικά ακούστηκε γοερό κλάμα και κάποιος άρχισε να βρίζει το δήμαρχο. Τότε έγινε ο κακός χαμός. Τα παιδιά να κλαίνε και να μαλλιοτραβιούνται, οι μεγάλοι να τσακώνονται και να βρίζονται ενώ ο Αι – Βασίλης και ο δήμαρχος να προσπαθούν να τους ηρεμήσουν. Ξαφνικά ακούγεται μία κρυστάλλινη φωνή, ήταν το σοφό μπλε τριαντάφυλλο και είπε:

-Σταματήστε να τσακώνεστε! Εδώ και τόσους αιώνες που βοηθάω εσάς και το χωριό σας, δεν έχω ξαναδεί τέτοιο μεγάλο τσακωμό. Αι – Βασίλη, νομίζω ότι εσύ ήρθες για να πάρεις το λεωφορείο σου και όχι για να κάνεις το δικαστή!

-Ααααα! Είπε ο Αι – Βασίλης θυμωμένος, τώρα θα δεις τί θα πάθεις! Νάνοι, πηγαίνετε να το…..

-Καλά, καλά Αι – Βασίλη, κάνε ό,τι νομίζεις σωστό. Είπε το τριαντάφυλλο τρομαγμένο.

-Όχι, με πρόσβαλλες πολύ και δε θα το αφήσω να περάσει έτσι! Είπε ο Αι – Βασίλης και συνέχισε, είπα κάτι νάνοι…πηγαίνετε να το….

Στα ξαφνικά ακούστηκε η φωνή της Λυδίας:

-Όχι Αι – Βασίλη, μη, μη το κάνεις αυτό…

-Και γιατί παρακαλώ; ρώτησε ο Αι – Βασίλης. 

Μα συνέχισε και ο Ευθύμης και είπε με σταθερή και ήρεμη φωνή:

-Αυτό είναι άκρως απόρρητο για όλα τα πλάσματα του κόσμου εκτός από τους νάνους και τους νεράιδους.

Μετά ηρέμησαν τον Αι – Βασίλη και συνέχισαν τις έρευνες. Στο τέλος είπαν ότι ο ένοχος ήταν ένας μπαμπάς από μία πολύ μεγάλη οικογένεια και μόλις πήγαν να τον βάλουν φυλακή ένας νάνος που λεγόταν Μάρκος είπε:

-Ζητώ συγνώμη που σας διακόπτω, μα σας παρακαλώ να μην τον βάλετε φυλακή, δε φταίει είναι αθώος. Εμένα να βάλετε φυλακή γιατί εγώ έκανα τα παιδιά να εθιστούν στα κινητά, εγώ σας έκλεψα το λεωφορείο και εγώ σκόπευα να απαγάγω τη Λυδία που είναι το μυαλό της παρέας σας.

Όλοι είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό! Τελικά κανένας δεν μπήκε φυλακή. Ίσα ίσα ο Μάρκος τους είπε και τί να κάνουν ώστε τα παιδιά να ξεκολλήσουν από τα κινητά. Και να τί τους είπε ο Μάρκος:

-Κοιτάξτε τί θα κάνουμε! Θα στείλουμε σε όλα τα παιδιά ένα βιντεοπαιχνίδι που θα λέει ότι θα πρέπει να διαβάσουν ένα βιβλίο και στη συνέχεια να γράψουν με λίγα λόγια τί λέει. Με αυτό τον τρόπο είμαι σίγουρος ότι το διάβασμα θα τα ενθουσιάσει και θα τα κάνει να διαβάσουν ακόμα περισσότερα βιβλία.

Αυτά είπε ο Μάρκος και αυτά έγιναν. Ο Αι – Βασίλης τελικά κράτησε τον Μάρκο και ο Ευθύμης χαρούμενος που τελείωσαν όλα πριν την Πρωτοχρονιά είπε:

-Τί τέλεια! Τελικά προλάβαμε να λύσουμε την υπόθεση πριν την Πρωτοχρονιά! Τώρα μπορούμε να….

Ο Ευθύμης κάτι ήθελε να πει αλλά ο Αι – Βασίλης τον διέκοψε:

-Αααα!Τώρα που είπες Πρωτοχρονιά, εσείς τί δώρο θα θέλατε;

Πρώτος απάντησε ο Μάρκος:

-Εγώ θα ήθελα να σε βοηθήσω το βράδυ της Πρωτοχρονιάς με το μοίρασμα των δώρων. Θα με αφήσεις;

-Φυσικά! Απάντησε ο Αι – Βασίλης, αφού η συμπεριφορά σου είναι πολύ καλή. Εσείς παιδιά τί δώρο θα θέλατε; Θα μας πείτε;

Τότε η Λυδία αποκάλυψε κάτι πολύ σπουδαίο και είπε:

-Εμείς θα θέλαμε να μας παντρέψετε και να μας δώσετε την ευλογία σας να ταξιδέψουμε σε όλο τον κόσμο!

Ο Αι – Βασίλης σαν το άκουσε αυτό, φανερά συγκινημένος είπε:

-Να πάτε! Να πάτε στο καλό παιδιά μου, με έναν όμως όρο! Το καλοκαίρι που αρχίζει και πάλι οι προετοιμασίες για την επόμενη Πρωτοχρονιά να ξαναγυρίσετε!

Και έτσι, έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, συμπλήρωσε ο κύριος Ρούντολφ!

Στην τάξη αρκετά ελαφάκια συγκινημένα έλεγαν στους διπλανούς τους τις εντυπώσεις τους για αυτή την ιστορία που μόλις άκουσαν και ξαφνικά χτυπάει η πόρτα. Όλοι αναρωτιούνται ποιος να είναι άραγε και τότε μπήκαν μέσα δυο νεράιδοι με ένα πολύ μικρό μωρό στην αγκαλιά. Η κοπέλα είπε:

-Ωχ! Μάλλον μπήκαμε σε λάθος σπίτι, μα δεν πειράζει, ας χαιρετήσουμε και εσάς. Ώ! Κύριε Ρούντολφ δε σας πρόσεξα! Ελάτε, πάρτε αυτό, είπε η κοπέλα καθώς έψαχνε κάτι σε ένα άδειο κουτί.

Τότε ένα ελαφάκι ρώτησε:

-Κυρία, πώς σας λένε και τί δώσατε στο δάσκαλο μας;

Και η κοπέλα απάντησε:

-Εμένα με λένε Λυδία, τον άντρα μου τον λένε Ευθύμη και το κοριτσάκι μας το λένε Ειρήνη. Στο δάσκαλο σας έδωσα ένα βιβλίο με ιστορίες για να μας θυμάστε πριν φύγουμε για το μεγάλο ταξίδι. Καλή συνέχεια και καλή αντάμωση!

Ο δάσκαλος και τα ελαφάκια σαστισμένα ρωτούσαν το ένα το άλλο…..

-Λες να είναι…..;

-Δεν είμαι σίγουρη…..Μπορεί….

-Και όμως αυτοί θα ήταν…..

-Δε νομίζω, μία ιστορία ήταν…..

Τελικά, ένα ελαφάκι που είχε συνέλθει λίγο από το σοκ ρώτησε:

-Τώρα, κύριε, αυτό ήταν αληθινή ιστορία ή μύθος;

Και ο δάσκαλος στρεσαρισμένος προσπάθησε να βρει λόγια για να απαντήσει:

-Δεν ξέρω! Δεν ξέρω μικρό μου ελαφάκι, σήμερα όμως κατάλαβα ότι οι μύθοι μπορεί τελικά να είναι αληθινές ιστορίες!


                             ΣΑΛΒΑΝΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!