Οι δεκάρες των Χριστουγέννων - Άγγελος Πάσκος | Λογοτεχνικό Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων 2023 - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2023

Οι δεκάρες των Χριστουγέννων - Άγγελος Πάσκος | Λογοτεχνικό Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων 2023




ΟΙ ΔΕΚΑΡΕΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


Το σπίτι τους βρίσκονταν λίγο πιο έξω από αυτή τη γειτονιά. Χαμηλά σπιτάκια, με τους ανθρώπους να πλέκουν ψάθες, ηλικιωμένοι κυρίως, αλλά και νεαροί, αφού δεν είχαν άλλη δουλειά στα χέρια τους.  Ο μπάρμπα Ντώνης, λιγομίλητος, ψηλός και αδύνατος, με ένα  σακίδιο στη πλάτη κάθε μέρα έφευγε το πρωί για το απέναντι χωριό, για τη βάλτα. Έκοβε σάζια μες τα νερά τα γεμάτα νεροφίδες, και γυρνούσε το βράδυ. Κι αυτά τα σάζια τα έκοβε όλο το βράδυ, τα έκανε σχοινιά και την άλλη μέρα έπλεκε ψάθες στον αργαλειό της αυλής του. 

Τολμηρός, αλλά  τα βράδια όταν έβγαινε προς νερού του, πάντα στο γειτονικό σπίτι έβλεπε τη γριά. Εμφανίζονταν, στο εγκαταλελειμμένο πηγάδι η γριά  Σίμπο. Τότε τον έπιανε τρεμούλα. Μια νύχτα, όταν είδε τη γριά φάντασμα, γιατί εδώ και καιρό η γριούλα αυτή είχε πεθάνει, από τη πείνα και από το ξύλο της κόρης της, που δεν έστεκε καλά στα λογικά της, τον έπιανε ένας φόβος, και φώναζε, «τι γυρεύεις εσύ εκεί, φύγε πήγαινε μέσα στο σπίτι σου». 

Στο παραδίπλα στενό ο μπάρμπα Άγγελος, κι αυτός έπλεκε ψάθες. Κοντούλης, με το σακάκι πάντα ριγμένο πάνω στη πλάτη. Έπλεκε ψάθες στο εγκαταλελειμένο σπίτι του παιδιού του που χρόνια τώρα βρίσκοταν στη Γερμανία. Μια μέρα κι αυτός είδε φαντάσματα. Το σπίτι που εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε μέσα, είχε γεμίσει από κότες. Κι αυτές οι κότες έπεσαν πάνω του, και τον κυνηγούσαν. Από τότε ποτέ δεν κοιμήθηκε εκεί. Πάντως όπως λέγαν και οι γριές και οι γέροι, σε αυτή τη γειτονιά με το περίεργο όνομα Σπάρτακος, τα φαντάσματα έδιναν και έπαιρναν. 

Στην αρχή της γειτονιάς, με το μπακάλικο, που έκλεισε, η τουλούμπα, που τώρα μόνο κάποιος σωλήνας φαίνεται, κι αυτός χωμένος για τα καλά στη γη.  Εδώ σε αυτόν το δρόμο, δρόμος που οδηγεί και στο μοναδικό διόροφο σπίτι του Νικολάκη και της Ζώνης.

Εδώ σε αυτήν την τουλούμπα τα μεσάνυχτα ακούγονται κλάμματα. Και όπως λένε οι γριές είναι της γυναίκας εκείνης που αρνήθηκε να πει το ναι και η κόρη της να παντρευτεί αυτόν που αγαπούσε. Αρνήθηκε κι αυτός ο άλλος την εκδικήθηκε. Αυτός στις φυλακές, κι αυτή φάντασμα να κλαίει.

Λίγοι ήταν αυτοί που είχαν διαλέξει κάτι άλλο, μολονότι αυτό το κάτι άλλο, δεν έβγαζε πουθενά. Νεαρά παιδιά να κουβαλάνε στη πλάτη καπνά με ένα σαμάρι καμωμένο από λινάτσα και άχυρο. Το έβαζαν πάνω τους και φόρτωναν καπνά από τα χωριά πάνω σε μεγάλα αμάξια για να πάνε στην Αθήνα. Και άλλοι νεαροί, έκαναν τους ακροβάτες. Ο Κώστας ο Λουλούμπας, σήκωνε μηχανάκια και τραπέζια στη μύτη, και μια εποχή έπαιξε κομπάρσος και στα κόκκινα φανάρια. Ο Θύμιος έβαζε καρέκλες κάτω η μια δίπλα στην άλλη, και μετά με ένα σάλτο πηδούσε από πάνω τους. Πάνω στα τραπέζια έβαζε γυαλιά και ύστερα αφού έβγαζε και τις κάλτσες, ανέβαινε πάνω και πατούσε τα γυαλιά χωρίς να πάθει κάτι. Ο Βούλης πραγματικός φακίρης, έριχνε τα ζάρια στη μέση της πλατείας στη μικρή αυτή πόλη και έπαιρνε τα χρήματα ολονών. Τους άφηνε τσίτσιδους. Κάποτε έπαιξε κι αυτός σε κάποια θεατρικά έργα. Είχε μια υπέροχη φωνή, με ένα ωραίο χρυσό δαχτυλίδι στο δεξί χέρι.

Στο δρόμο από τη μεριά της τουλούμπας το σπίτι όπου έμειναν οι δυο ηλικιωμένοι. Δυο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι. Η Ζώνη και ο Νικολάκης. 

Και τα μικρά παιδιά αυτής της γειτονιάς με το όνομα αυτό το περίεργο, Σπάρτακος, πάντα τα Χριστούγεννα απέφευγαν να πάνε να πούνε τα κάλαντα σε αυτούς τους περίεργους ανθρώπους. Μερικές φορές άνοιγε η πόρτα και έβγαινε η Ζώνη. Μια άσχημη και πολύ κοντή γυναίκα. Ποτέ δεν χαμογελούσε. Δεκάρες έδινε στα παιδιά, και μερικές φορές πορτοκάλια και ξυλοκέρατα. Γι αυτό και τα παιδιά απέφευγαν να πάνε σε αυτό το σπίτι, το μοναδικό διόροφο στη γειτονιά. 

Ο άντρας της ο Νικολάκης, ψηλός, με ένα πρόσωπο κόκκινο. Ποιος ξέρει από τι. Ίσως, όπως λένε οι άλλοι που του πουλούσαν τις ψάθες για ένα κατοστάρικο, ίσως να ήταν από το πρόβλημα που είχε, ποτέ μα ποτέ δεν αερίζονταν. Είχε μια φουσκωμένη κοιλιά γεμάτη αέρια. Γι αυτό και όταν αερίζονταν και το έπαιρνε χαμπάρι η Ζώνη, τότε έλεγε «δόξα τον Θεό, ο Νικολάκης μου αερίστηκε»

Σε αυτόν τον άνθρωπο έδιναν τις ψάθες τους. Τον ιδρώτα τους δηλαδή. Τους εκμεταλλεύονταν όλους ο Νικολάκης για ένα κατοστάρικο. Γέμισε την αποθήκη του με ψάθες. Κι αυτές μετά με φορτηγό τις έστελνε στην Αθήνα, και έβγαζε και τι δεν έβγαζε. Είχε πολλά χρήματα, καταθέσεις σε τράπεζες, λύρες και δολάρια. Όποιος από τη γειτονιά έμενε τελείως άφραγκος κατέφευγε σε αυτόν. «Δάνεισε μου σε παρακαλώ βρε Νικολάκη, έμεινα άφραγκος». Και ο Νικολάκης χαμογελούσε, «θα σε δανείσω, αλλά την τάδε μέρα και ώρα θα μου τα  επιστρέψεις  διπλάσια». 

Και η συμφωνία έκλεινε. Και έπαιρνε ψάθες, αλλά χρήματα δεν έδινε. Χειμώνας ήταν. Δεκέμβριος μήνας, Χριστούγεννα. Τα μικρά παιδιά της γειτονιάς από μακριά έβλεπαν το θλιβερό αυτό θέαμα. Το σπίτι του Νικολάκη και της Ζώνης, είχε τυλιχτεί στις φλόγες από άγνωστη αιτία. Και ότι υπήρχε μέσα, από τις ψάθες, που θα έφευγαν σε λίγες μέρες για την Αθήνα, μέχρι και τα δολάρια όλα έγιναν στάχτη. Από το σπίτι του Νικολάκη και της Ζώνης δεν έμεινε τίποτα. Η αστυνομία έβαλε μια κόκκινη κορδέλα και κανέναν δεν άφηνε να πλησιάσει. Το διώροφο σπίτι έγινε στάχτη. Αλλά μαζί με το σπίτι έγιναν στάχτη η Ζώνη και ο Νικολάκης,

Δεν άνοιγαν τις πόρτες στα παιδιά, τα Χριστούγεννα, και αν τις άνοιγαν, τις άνοιγαν χωρίς χαμόγελο, δίνοντας μόνο δεκάρες.



                                         ΠΑΣΚΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!