Χριστουγεννιάτικη περιπέτεια - Ευστρατία Σταυράκη - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2022

Χριστουγεννιάτικη περιπέτεια - Ευστρατία Σταυράκη



ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Έξω άρχισε να χιονίζει. Είχε αρχίσει να «το στρώνει» για τα καλά. Μία τριμελής οικογένεια ο Στράτος, ο πατέρας, η Τούλα, η μητέρα και ο γιος, Παναγιώτης –Ταξιάρχης, 8,5 ετών, κάθονται πλάι στο παράθυρο σπιτιού τους και κοιτάζουν το άσπρο τοπίο που αρχίζει «να διαμορφώνεται».
Ο μικρός ξεσηκώθηκε, θέλει να πάει βόλτα στα χιόνια. Κλαίει, γκρινιάζει, παρακαλεί τον πατέρα του να πάνε όλοι μαζί μια βόλτα στα χιόνια με τ’ αμάξι, ως χριστουγεννιάτικο δώρο, γιατί δεν είχε ξαναγιορτάσει χιονισμένα Χριστούγεννα.
Η μαμά διαφωνεί, δε θέλει γιατί είναι επικίνδυνο. Ο μπαμπάς, προκειμένου να γλιτώσει απ’ τη γκρίνια του μικρού, τον παίρνει και μπαίνουν όλοι μαζί στο αγροτικό τους φορτηγάκι για βόλτα στα χιόνια. Βάζουν αλυσίδες και ξεκινάνε.
Κατευθύνονται προς την περιοχή «Σορόκος» που είναι ανάμεσα στην περιοχή Γέρας και Αγιάσου. Ο δρόμος είναι δύσβατος με καλό καιρό, ένα παραπάνω τώρα με τόσο άσχημο καιρό.
Ενώ ανέβαιναν «την καρκαβούρα» (δύσβατη ανηφόρα), ξαφνικά τ’ αγροτικό κολλάει στη λάσπη και στα χιόνια. Γύρω ερημιά, «φωνή βοώντος εν τη ερήμω».
-«Εδώ θ’ αφήσουμε τα κοκαλάκια μας. Θα μας φάνε οι αλεπούδες και τα τσακάλια», λέει γελώντας η Τούλα, που δε χάνει το χιούμορ της ούτε στα εύκολα ούτε στα δύσκολα.
Ο Στράτος κούνησε το κεφάλι του κι άρχισε να μουρμουρίζει και να «τα βάζει» με το μικρό του γιο που δεν «παίρνει από λόγια»!.
Το αγροτικό δεν πάει ούτε πάνω, ούτε κάτω, ούτε μπρος, ούτε πίσω.
Ο μικρός αρχίζει να φοβάται και να γκρινιάζει.
-«Ψυχραιμία, παιδιά, όλα θα πάνε καλά», προσπαθεί να τους εμψυχώσει η μαμά Τούλα, ενώ κατά βάθος φοβάται κι αυτή.
-«Μάλλον εδώ θα κάνουμε Χριστούγεννα!», λέει ο Στράτος απελπισμένος και βγαίνει έξω απ’ τ’ αμάξι για να καπνίσει ένα τσιγάρο και για να τον φυσήξει λίγο ο καθαρός αήρ, που «τρυπάει τα κόκκαλα». Μόλις βγήκε έξω, ήταν λες και βρισκόταν στη Σιβηρία.
Προσπαθούσε ν’ ανάψει το τσιγάρο, και το χιόνι το έσβηνε. Η Τούλα είχε αγκαλιάσει το γιο της, προσπαθώντας να τον ηρεμήσει και να τον ζεστάνει, ενώ παράλληλα τον μάλωνε γιατί δεν ακούει όταν τον συμβουλεύουν οι μεγάλοι.
Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά το κρύο και το χιόνι είχαν παγώσει τα πάντα. Όλα ήταν κάτασπρα. Άρχισε να φυσάει δυνατά.
Για καλή τους τύχη ήρθε κοντά τους ένας άνθρωπος μεγάλος στην ηλικία που φορούσε μακρύ σακάκι, καπέλο και γαλότσες και κρατούσε μπαστούνι.
-«Τι πάθατε, βρε παιδιά;», 
-«Τι να πάθουμε, καλέ παππού; Βγήκαμε μια βόλτα στα χιόνια και κολλήσαμε. «Μπλέξαμε στο βάτο, ούτε απάνω, ούτε κάτω!», απάντησε ο Στράτος απελπισμένος.
-«Λοιπόν βγείτε κι εσείς έξω απ’ τ’ αυτοκίνητο κι ελάτε όλοι στο σπίτι, γιατί θα παγώσετε!», τους είπε αυστηρά ο παππούς.
-«Δεν είναι να πηγαίνει κανείς πουθενά με τέτοιο καιρό! Τι περιμένετε μωρέ! Θέλετε να παγώσετε ή να γίνετε «καλός μεζές» για τ’ άγρια θηρία»;, τους ρώτησε χαριτολογώντας ο παππούς ενώ τους έδειξε παράλληλα το σπίτι του που ήταν πιο πάνω.
Το ζευγάρι κοιτάχτηκε για μια στιγμή, δίστασε γιατί δεν γνώριζε τον ηλικιωμένο αυτόν άνθρωπο. Ο μικρός έκλαιγε και φώναζε «ας πάμε στο σπίτι αυτό, εγώ κρυώνω!».
Μην έχοντας άλλη επιλογή και οι τρεις τους ακολούθησαν τον ηλικιωμένο κύριο. Περπάτησαν αρκετά σ’ ένα στενό δύσβατο μονοπάτι. Έπειτα είδαν ένα φως αναμμένο σ’ ένα μικρό αγροτόσπιτο.
Το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα. Μία καμπουρωτή, ηλικιωμένη γυναίκα άνοιξε την πόρτα και υποδέχθηκε τον σύζυγό της και τους τρεις «επισκέπτες» που έφερνε εκείνος στο σπίτι τους.
Ο Στράτος και η οικογένειά του ευχαρίστησαν το ηλικιωμένο ζευγάρι που τους κάλεσε στο σπίτι τους και άρχισε να τους περιγράφει την περιπέτειά τους στα χιόνια.
Συστήθηκαν,  αντάλλαξαν ευχές, καθώς ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Τον παππού τον έλεγαν κυρ- Γιάννη ενώ τη γυναίκα του κυρά- Ρήνη. Ο παππούς είχε κόκκινο μάγουλο, στρογγυλοπρόσωπος, με κάτασπρα μαλλιά και μουστάκι, κοντούλης και  καμπουρωτός, λιγάκι. Η σύζυγός του ήταν κι αυτή κοντούλα, καμπουρωτή, με κοντά γκρίζα μαλλιά.
Η τριμελής οικογένεια είχε μελανιάσει από το κρύο. Τα σκούρα μαλλιά της Τούλας είχαν γίνει κάτασπρα, του συζύγου τα καστανόξανθα και του γιου τους επίσης, παρόλο που φορούσαν κουκούλες.
Ο κυρ- Γιάννης και η γυναίκα του τους είπαν πως δεν θα τους άφηναν να πάνε πουθενά με τέτοιον καιρό, ούτε μπορεί κανείς να τους βοηθήσει και λόγω της μεγάλης εορτής, και διότι ψυχή δεν υπάρχει σε κοντινή απόσταση από το σπίτι τους στη γύρω περιοχή. Έτσι θα περνούσαν μαζί τους τα Χριστούγεννα.
Ο καιρός αγρίευε ολοένα και περισσότερο απ’ έξω. Ισχυρός, βόρειος, μανιασμένος άνεμος φυσούσε, και καθώς χιόνιζε ασταμάτητα, έκανε χιονοθύελλα.
-«Ας είστε καλά!», ευχαρίστησε με τη σειρά της και η Τούλα και ο μικρός Παναγιώτης- Ταξιάρχης. 
-«Καλά που προλάβαμε και μπήκαμε στο σπίτι σας, θα είχαμε παγώσει αν καθόμασταν έστω και μισή ώρα στ’ αυτοκίνητο, με τέτοια πολική θερμοκρασία», παραδέχθηκε η κοπέλα.
Μέσα στο εσωτερικό του σπιτιού, στο καθιστικό, στη δεξιά γωνία άναβε το τζάκι. Ένα μεγάλο κουτούκι ελιάς καιγόταν και ζέσταινε το μέρος, ενώ πιο κεντρικά άναβε μια μικρή ξυλόσομπα.
Το μικρό Χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν μισοστολισμένο. Ο μικρός Παναγιώτης – Ταξιάρχης όταν το είδε πήγε κοντά. Του έκανε εντύπωση το γεγονός.
-«Θεία, γιατί το χριστουγεννιάτικο δέντρο σας δεν είναι στολισμένο ολόκληρο;», ρώτησε την κυρά- Ρήνη γεμάτος απορία.
-«Αχ, παιδάκι μου, άρχισα πριν λίγο να το στολίσω, αλλά με τις δουλειές δεν πρόλαβα να το τελειώσω. Αν θέλεις, στόλισέ το εσύ!», του πρότεινε η ηλικιωμένη γυναίκα.
Ο μικρός άλλο που δεν ήθελε. Αμέσως έπιασε δουλειά. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν ένα μικρό κλαδί από πεύκο που είχε κόψει αποβραδίς ο κυρ- Γιάννης. Το «φύτεψε» σε μια γλάστρα με χώμα και το τοποθέτησε στη γωνία πλάι στο τζάκι. Η κυρά- Ρήνη έβαλε δυο –τρεις μπαλίτσες χρυσαφί, κόκκινου και ασημένιου χρώματος, ενώ τα υπόλοιπα στολίδια τα είχε αφήσει μέσα στη μισάνοιχτη κούτα.
Ο μικρός «έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά», τραγουδώντας χριστουγεννιάτικα κάλαντα και τραγούδια με την απαλή του τη φωνή. Ο πατέρας του πήγε κοντά «για ενισχύσεις», προκειμένου να τον βοηθήσει να κρεμάσει το μεγάλο αστέρι στην κορυφή.
Ο κυρ- Γιάννης έδωσε εντολή στη γυναίκα να ετοιμάσει το γιορτινό τραπέζι για να φάνε και να περιποιηθούν τους καλεσμένους τους.
Η κυρά- Ρήνη είχε βράσει το σέλινο σε μία κατσαρόλα, ενώ σε μία άλλη το χοιρινό κρέας. Έπρεπε τώρα να τα βάλει να βράσουν μαζί, να προσθέσει το αλατοπίπερο, το λάδι και να κάνει το αυγολέμονο, για να ολοκληρωθεί το σελινάτο, που είναι παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο γεύμα της Λέσβου.
Η Τούλα πήγε κι αυτή στην κουζίνα για να βοηθήσει την καλή και φιλόξενη οικοδέσποινά της.
Ο κυρ- Γιάννης με τη σειρά του ετοίμασε τη σχάρα στο τζάκι. Έσπρωξε το μεγάλο κούτσουρο με τη μεγάλη, σιδερένια μασιά και τράβηξε λίγα κάρβουνα, για να ετοιμάσει «την ψησταριά» του ώστε να ψήσει τα μπριζολάκια αρνιού. 
Τα κρεατικά ήταν ντόπια. Το αρνάκι ήταν δικής του παραγωγής, ενώ το χοιρινό του το έδωσε δώρο ο ανεψιός του.
Ο κυρ- Γιάννης και η γυναίκα του έμεναν στην εξοχή. Είχαν τ’ αρνάκια, τις κοτούλες τους, τον κήπο τους όπου φύτευαν λαχανικά. Επίσης στον κήπο ήταν φυτεμένα κλήματα, οπωροφόρα δέντρα, κ.λπ.
Τα δυο παιδιά τους ήταν στο εξωτερικό, στη Γερμανία, όπου πήγαν για δουλειά. Καλά που ήταν κοντά ο ανεψιός τους και τους βοηθούσε σε ό,τι χρειάζονταν….
Ο Στράτος βοήθησε με τη σειρά του τον κυρ- Γιάννη στο ψήσιμο των κρεάτων. Το δέντρο ήταν έτοιμο, στολισμένο. Ο μικρός εξακολουθούσε να τραγουδάει με τη γλυκιά του τη φωνή.
Η Τούλα και ο σύζυγός της τηλεφωνούσαν με δυσκολία στους δικούς τους , γιατί το κινητό τους δεν είχε καλό σήμα, για να τους πουν χρόνια πολλά και ότι είναι καλά, σε ασφαλές μέρος, έπειτα από την περιπέτεια που πέρασαν.
Το σελινάτο με το αυγολέμονό του, ζεστό-ζεστό, αχνιστό, λαχταριστό, μοσχοβολούσε στο τραπέζι. Τα μπριζολάκια έτοιμα, ξεροψημένα, λαχταριστά, μοσχομυρισμένα, ήρθαν κι αυτά επίσης.
Ο κυρ- Γιάννης άνοιξε μία μπουκάλα κρασί, κόκκινο, δικής του παραγωγής, μοσχοβολούσε μόλις το έριξε στα ποτήρια.
-«Και  του χρόνου! Καλά Χριστούγεννα!», αντάλλαξαν ευχές, τσουγκρίζοντας όλοι τα ποτήρια τους!
Κάθισαν στο τραπέζι. Η τριμελής οικογένεια καταευχαρίστησε το ηλικιωμένο ζευγάρι που τους έσωσε τη ζωή και που τους φιλοξένησε και τους φίλεψε με τόσα καλά, νύχτα γιορτινή που ήταν.
Ξαφνικά εκεί που τσούγκριζαν τα ποτήρια κι έτρωγαν τα ωραία εδέσματα που μαγείρεψαν οι οικοδεσπότες, είχε διακοπή ρεύματος, λόγω βλάβης στο εργοστάσιο της ΔΕΗ. Όλα σκοτείνιασαν. Ευτυχώς που άναβε το τζάκι και η ξυλόσομπα. 
-«Φίλα γαμπρέ τη νύφη!» είπε γελώντας η κυρά – Ρήνη και σηκώθηκε επάνω κι έφερε δύο χοντρά κεριά  και τ’ άναψε στο τραπέζι.
-«Τι ρομαντικά αλήθεια; Τέτοιο δείπνο με αναμμένα κεριά ούτε νιόπαντροι δεν κάναμε!», παραδέχθηκε η ηλικιωμένη γυναίκα.
-«Καλά που κάνει συχνά διακοπή ρεύματος η ΔΕΗ, για να αισθανόμαστε πιο ρομαντικοί», συμπλήρωσε η Τούλα με τη σειρά της», διότι ούτε εκείνη με τον σύζυγό της έφαγαν σε δείπνο με αναμμένα κεριά, όταν ήταν νιόπαντροι.
-«Για όλα υπάρχει πρώτη φορά», συμπλήρωσε κι ο Στράτος με τη σειρά του.
Ο κυρ- Γιάννης άρχισε «να ξεσαλώνει» με τα κρεατικά, τα τυριά και το κρασί. Η γυναίκα του χαριτολογώντας τον συμβούλευε να προσέχει, μην τυχόν του ανέβει η πίεση και η χοληστερίνη.
-«Άσε με κι εσύ, βρε γυναίκα, νύχτα που είναι! Τι φοβάσαι, μην πεθάνω; Θα πάω χορτάτος τουλάχιστον!».
-«Τι είν’ αυτά που λες, χριστιανέ μου;», τον ρώτησε θυμωμένη.
-«Καλά λέω, βρε γυναίκα! Ας πάω χορτάτος, γιατί ο Άγιος Πέτρος μπορεί να μην έχει μαγειρέψει και να μείνω νηστικός!», απάντησε πάλι χαριτολογώντας αυτός.
Το ηλεκτρικό ρεύμα δεν ερχόταν, το φαγοπότι συνεχιζόταν, ενώ η κακοκαιρία και η χιονοθύελλα καλά κρατούσαν.
Στη συνέχεια όλοι στο σπίτι άρχισαν να τραγουδούν, κάλαντα και τραγούδια, μέχρι αργά το βράδυ. Έφαγαν και ωραία μελομακάρονα (φοινίκια) και κουραμπιέδες που έφτιαξε η κυρά- Ρήνη με τα χεράκια της το πρωϊ.
Αφού τελείωσε το γλέντι και το «χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν» η κυρά- Ρήνη με την Τούλα συμμάζεψαν τα πιάτα, τα πήγαν στην κουζίνα και τα έπλυναν. Το νερό είχε πήξει, ευτυχώς που η κυρά- Ρήνη φρόντισε να αποθηκεύσει νερό για τις ανάγκες της κουζίνας και του μπάνιου.
Όταν τελείωσε το συμμάζεμα της κουζίνας, μαζεύτηκαν όλοι γύρω από το τζάκι κι έλεγαν παλιές και νέες ιστορίες…
Έφθασε η ώρα για ύπνο. Έστρωσε η οικοδέσποινα στρωματσάδα κοντά στο τζάκι για να κοιμηθούν όλοι μαζί σ’ αυτό, το ζεστό δωμάτιο, γιατί τα λοιπά δωμάτια του σπιτιού ήταν πολύ κρύα.
Έκλεισε καλά τις πόρτες και τα παράθυρα, κρέμασε κουρελούδες για να φεύγουν τα «υπόγεια», κρύα ρεύματα. Ευτυχώς που το πάτωμα ήταν ξύλινο. Έστρωσε δυο- τρία στρώματα και βολεύτηκαν, άλλωστε όλοι οι καλοί χωράνε.
Ο Στράτος με τον κυρ- Γιάννη έβαλαν ένα μεγάλο κούτσουρο, και λίγα μικρά ξύλα στη φωτιά, έβαλαν την πυροπροστασία, ένα μεταλλικό προστατευτικό που βάζουν μπροστά στα τζάκια, προς αποφυγήν τυχόν πυρκαγιάς και κοιμήθηκαν. Τους νανούριζε η φλόγα της φωτιάς και ο ήχος των ξύλων που καίγονταν και ο δυνατός βοριάς που φυσούσε ασταμάτητα…..
Ξημέρωσε. Πρώτοι ξύπνησαν ο κυρ- Γιάννης κι ο Στράτος. Αμέσως πήγαν στο παράθυρο. Ο αέρας δε φυσούσε πια. Τη θέση του την πήρε ο ήλιος. Όλα ήταν κάτασπρα έξω.
-«Να μια άσπρη μέρα», είπε χαριτολογώντας ο κυρ- Γιάννης.
Μόλις άκουσαν «την άσπρη μέρα» έτρεξαν στο παράθυρο και οι υπόλοιποι. Η φωτιά στο τζάκι άναβε ακόμα. Η κυρά- Ρήνη έριξε μέσα δυο-τρία ξερά καυσόξυλα και δυνάμωσε η φωτιά πάλι. Επίσης άναψε και τη σόμπα και ξαναζέστανε πάλι ο χώρος.
Έπλυναν το πρόσωπό τους, φιλήθηκαν κι αντάλλαξαν ευχές. Ο μικρός Παναγιώτης- Ταξιάρχης ήθελε να βγει έξω στην αυλή για να κάνει χιονάνθρωπο. Η μαμά του υποσχέθηκε ότι μετά το πρωινό θα έβγαιναν να κάνουν έναν.
Ο δίσκος με το πρωινό ήταν έτοιμος. Το τσάι του βουνού ήταν έτοιμο στην τσαγιέρα και το φρέσκο γάλα ήταν βρασμένο στο μικρό κατσαρολάκι. Φέτες ψωμί με αγνό βούτυρο και μέλι, τυρί φέτα, ελιές, όλα στο τραπέζι ήταν με μέριμνα της καλής οικοδέσποινας και της «βοηθού» της.
Τι όμορφα ροφήματα ήταν αυτά, αγνά και υγιεινά! Ο μικρός ανυπομονούσε να βγει έξω για να «στήσει» το χιονάνθρωπο. Δεν του χάλασαν το χατίρι μέρα που ήταν.
Βγήκαν στην αυλή με προσοχή ο κυρ- Γιάννης μαζί με το Στράτο και τον Παναγιώτη- Ταξιάρχη. Τους συμβούλεψε να προσέχουν μη γλιστρήσουν στο χιόνι, γιατί στους πάγους και στα χιόνια ούτε «το φρένο πιάνει ούτε το χειρόφρενο» και μπορεί να χτυπήσει κανείς σοβαρά αν δεν προσέξει.
Οι δυο γυναίκες έμειναν μέσα στην κουζίνα για να συμμαζέψουν και να ετοιμάσουν για το μεσημεριανό, εορταστικό φαγητό.
Σε λίγο έφθασε ο ανιψιός του κυρ- Γιάννη, ο Πάρης με τη γυναίκα του, Ελένη και τις δυο κόρες του, Χρυσούλα, η οποία ήταν συνομήλικη με τον Παναγιώτη- Ταξιάρχη, και τη Μάγδα που ήταν δυο χρόνια μικρότερη. Ο χιονάνθρωπος καμαρωτός- καμαρωτός και εορταστικός τους υποδέχθηκε.
Ο Στράτος και η οικογένειά του ευχαρίστησαν το ζεύγος για την υπέροχη βραδιά και τη φιλοξενία και κίνησαν να φύγουν. Ο Πάρης τους είπε πως ο δρόμος είναι δύσβατος ακόμα.
Η κυρά- Ρήνη τους πρότεινε να μείνουν για μεσημεριανό φαγητό, αφού τους κέρασε πρώτα κουραμπιέδες και μελομακάρονα που έφτιαξε με τα χεράκια της και ήταν πολύ νόστιμα.
Ο κυρ- Γιάννης, ο Πάρης και ο Στράτος πήραν τα φτυάρια και πήγαν να καθαρίσουν το δρόμο για να μπορέσουν να φύγουν, καθώς και να απεγκλωβίσουν το αγροτικό του Στράτου που είχε κολλήσει στις λάσπες και στα χιόνια αποβραδίς.
Τα τρία παιδιά έπαιζαν μέσα στο σπίτι κι όχι έξω, γιατί ο ήλιος «είχε δόντια» και το κρύο εξακολουθούσε να είναι τσουχτερό.
Ο Πάρης είχε αγροτικό μεγαλύτερο, 4x4, έδεσε μ’ ένα σχοινί το όχημα του Στράτου και κατάφερε να το ξεμαγκώσει από το σημείο όπου είχε εγκλωβισθεί. Παιδεύτηκαν οι τρεις άντρες αλλά τα κατάφεραν και να καθαρίσουν το δρόμο και να ξεκολλήσουν το αγροτικό. Το ευτυχές γεγονός ήταν πως σταμάτησε να χιονίζει.
Η οικογένεια του Στράτου αφού ευχαρίστησε πολύ τους δύο φιλόξενους οικοδεσπότες και την οικογένεια του Πάρη, και αντάλλαξαν ευχές, κίνησαν να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Ευγενικά δεν δέχθηκαν την πρόσκληση για μεσημεριανό φαγητό. Δε θα ξεχνούσαν ποτέ τη μεγάλη καλοσύνη των ανθρώπων αυτών.
Πάντως τα Χριστούγεννα αυτά ήταν τα ωραιότερα της ζωής τους που θα τους μείνουν αξέχαστα. Έδωσαν και πήραν μηνύματα αγάπης που πηγάζουν από την Άγια αυτή ημέρα!
ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ!

Σταυράκη  Ι. Ευστρατία


Υ.Γ. Η ιστορία είναι φανταστική και η τυχόν ταύτιση με πραγματικά πρόσωπα ή γεγονότα είναι τελείως συμπτωματική.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!