Συνέντευξη με τη λογοτέχνιδα Μαρία Μαλεγιαννάκη - ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2021

Συνέντευξη με τη λογοτέχνιδα Μαρία Μαλεγιαννάκη - ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ



Ο «ΚΕΦΑΛΟΣ - Το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς» έχει ξεκινήσει μία νέα δράση με τίτλο: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ» (ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ 5ο ΤΟΜΟ γίνονται δεκτές έως τις 31/12/2021 - ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ: ΕΔΩ) και προσκαλεί όλους τους Λογοτέχνες, Ποιητές και Συγγραφείς να συμμετάσχουν σ' αυτήν. Σκοπός της εν λόγω δράσης είναι η προβολή μέσω αφιερωμάτων και συνεντεύξεων των σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών, Ποιητών και Συγγραφέων, είτε έχουν εκδώσει κάποιο βιβλίο είτε όχι και η δημιουργία του τέταρτου τόμου της «Εγκυκλοπαίδειας των Σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών», η οποία έχει συσταθεί σε μία ανεξάρτητη ιστοσελίδα με τη μορφή ηλεκτρονικών τόμων και την έκδοση δωρεάν e-book.

Στη σημερινή μας παρουσίαση στα πλαίσια της δράσης: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ», θα σας παρουσιάσουμε τη λογοτέχνιδα, Μαρία Μαλεγιαννάκη, η οποία συμμετέχει στην «Εγκυκλοπαίδεια Σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών» και απάντησε στις ερωτήσεις του Δημοσιογράφου, Λογοτέχνη και Εκδότη του Περιοδικού Κέφαλος, κ. Πλούταρχου Πάστρα, για το λογοτεχνικό της έργο, τα βιβλία και τη λογοτεχνία. 


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΜΑΛΕΓΙΑΝΝΑΚΗ


1. Αν έπρεπε να δώσετε έναν ορισμό για τη λογοτεχνία, ποιος θα ήταν αυτός;

Η μεταμφίεση της πραγματικότητας.

2. Τι μπορεί να προσφέρει η λογοτεχνία στο σύγχρονο άνθρωπο;

Η λογοτεχνία μας πλουτίζει ως ανθρώπινα όντα, μας βοηθά είτε ως συγγραφείς είτε ως αναγνώστες να αφήσουμε πίσω μας ένα μεγάλο και γερό αποτύπωμα πολιτισμού.

3. Η ποίηση στις ημέρες μας δεν έχει τη θέση που κατείχε παλαιότερα. Για ποιο λόγο πιστεύετε πως συμβαίνει αυτό και πως θεωρείτε ότι θα είναι το μέλλον της;

Πιστεύω στο μέλλον των γραμμάτων και της ποίησης όπως στο μέλλον της ανθρωπότητας εν γένει.
 
4. Και τώρα μία δύσκολη ερώτηση. Τι σημαίνει για σας ποίηση;

Η καλλιτεχνική ομόλογος της λογοτεχνίας. Ένα λεπτό και δύσκολο έργο τέχνης.

5. Πότε ξεκινήσατε ν’ ασχολείστε με την τέχνη του λόγου και ποιος ήταν ο λόγος που σας παρότρυνε;

Από τη στιγμή που άρχισα να γράφω τους πόνους μου.

6. Γιατί γράφετε;

Όσα γράφουμε, υποβάλλονται από ένα αόρατο πλάσμα μέσα μας-είναι ο δημιουργικός μας εαυτός, μας γνωρίζει και τον γνωρίζουμε.

7. Ποια είναι η πηγή της έμπνευσής σας; 

Γραφή-σβήσιμο-γραφή-σβήσιμο κ.ο.κ.

8. Με ποιο λογοτεχνικό είδος ασχολείστε περισσότερο;

Με έχει απορροφήσει το μυθιστόρημα, αλλά ασχολούμαι και με κάποια διηγήματα.

9. Μιλήστε μας για το λογοτεχνικό σας έργο.

Έχω εκδώσει ένα μυθιστόρημα και τώρα ασχολούμαι με το επόμενο.

10. Πείτε μας λίγα λόγια για το τελευταίο σας βιβλίο με τίτλο: «Μελαγχολία, Οσμή Κυνόροδου».

Πρόκειται για το «μανιφέστο» της δουλειάς μου, ένα κείμενο που έχει ως πυρήνα τον Ρομαντισμό, σήμερα,  και τον ατέλειωτο αγώνα της ύπαρξης να οδεύσει προς τη χαρά.

11. Ποια είναι η αγαπημένη σας ώρα μέσα στην ημέρα που κάθεστε και γράφετε;

Η ώρα που είμαι ξεκούραστη.

12.  Πως είναι η ζωή ενός λογοτέχνη στα χρόνια της κρίσης;

Όπως είναι πάντα η ζωή ενός λογοτέχνη, γόνιμη και  περιθωριακή.

13. Πως θα χαρακτηρίζατε τη λογοτεχνική παραγωγή σήμερα;

Πολυδιάστατη, αξιολογότατη, ενδιαφέρουσα-δυστυχώς με πολλές εξαιρέσεις.

14. Ποιο θεωρείτε πως είναι το μυστικό της επιτυχίας ενός Best Seller;

Το ότι οι συγγραφείς δεν το γνώριζαν όταν το έγραφαν, ούτε το είχαν θέσει σαν πρωταρχικό στόχο γραφής.

15. Αν έπρεπε να επιλέξετε ανάμεσα στο έντυπο ή στο ηλεκτρονικό βιβλίο, εσείς ποιο θα επιλέγατε; 

Το έντυπο, καθαρά.

16.  Ποια συμβουλή θα δίνατε σ’ ένα νέο λογοτέχνη;

Να σπουδάσει και πάλι. Και να μη σταματά να διαβάζει διαρκώς, τα πάντα. 

17. Τώρα ας περάσουμε στην πλευρά του αναγνώστη. Ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διαβάσατε;

Το «Πεθαμένο Λικέρ» του Γιάννη Ξανθούλη και «Στην Άκρη της Νύχτας» του Κώστα Μουρσελά. Ποτέ δεν διαβάζω ένα βιβλίο μόνο του.

18. Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Ο Γκαίτε και ο Ντοστογιέφσκι. Και φυσικά άλλοι, πολλοί. 

19. Ποια είναι τ’ αγαπημένα σας βιβλία;

Όλα όσα δεν έχω διαβάσει ακόμη και δεν προλαβαίνω να διαβάσω.

20. Τελευταία ερώτηση. Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια στο χώρο της λογοτεχνίας;

Το πιο μελλοντικό  μου σχέδιο, είναι το σχέδιο της ιστορίας που γράφω αυτή τη στιγμή.


*     *     *

Μπεν και Χένρι
(της Μαρίας Μαλεγιαννάκη)


Ο Χένρι καλησπέρισε τον Μπεν και τον ρώτησε για τη γυναίκα και τις δυο κόρες τους. 
Η Άμπι τώρα θα κοιτούσε  έξω από τον παράθυρό της, τον όμορφο κόσμο της, του απάντησε.
«Ο κόσμος της Άμπι!  Η Άμπι και ο κόσμος…!»  Συμπλήρωσε. 
Παρατηρούσε τον Χένρι…  καθόταν εκεί, μπροστά του, κομψός κι απλούστατος σαν απάντηση στις σκέψεις του και κάτι σημείωνε πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί. Είχε εκείνο το ανοιχτό βλέμμα που αποκάλυπτε το  χρώμα των ματιών του, σαν γαλάζια έκπληξη. Δεν είχε παρατηρήσει ποτέ το παράδοξο αυτό στα μάτια του.
Ο φίλος τον ασπάστηκε με αβίαστη χαρά, χωρίς να ρωτήσει τίποτα απολύτως για κείνον προσωπικά. 
Ο Χένρι  πάντα  «ήξερε» χωρίς να ρωτά. 
Και τώρα ο παλιόφιλος ο Μπεν, του φαινόταν ραγισμένος. Έβλεπε καθαρά, πόσο του κόστισαν οι λέξεις που έδινε μια ζωή στην Άμπι, περιουσίες που σπαταλιούνται αλόγιστα.  Μέσα στον Μπεν διέκρινε καθαρά το περίγραμμα της Άμπιγκεϊλ - το αθεράπευτα σκοτεινό  βλέμμα της και κάτι μέσα του σκίρτησε…
Τώρα έκανε ακόμη πιο κρύο κι οι ασημένιες κλωστές που κρέμονταν από τις άκρες των αστεριών τρυπούσαν κάποια αραιά σύννεφα. Αφού ήπιαν το κονιάκ τους και μίλησαν  για τη τωρινή δουλειά του Μπεν, βγήκαν από το περίφημο, «Μπλου Κατ».
Στον δρόμο ένα σκυλί τους πήρε στο κατόπι- ο Χένρι αγόρασε από τη γωνιακή καντίνα που ψώνιζε καφέ τα πρωινά, ολόκληρη πανσέτα χοιρινό και τάισε το ζωντανό. Ύστερα έβηξε. 
«Βρίσκω πάντα κάτι για αυτόν», ψέλλισε κρύβοντας τον βήχα του. Ο Μπεν θυμόταν τον σκύλο από παλιά να κουρνιάζει έξω από το «Μπλου Κατ». Ένα μαλλιαρό σέτερ, που τώρα που το έβλεπε, ταίριαζε πολύ με τον Χένρι.  Είχαν το ίδιο βλέμμα, την μοναξιά του, ίδια χλομοί κι αδυνατισμένοι.  Ήταν άραγε μόνος ο Χένρι;  
Τον κοίταξε πιο προσεκτικά σαν να ήθελε να το διαπιστώσει. Στην πραγματικότητα όμως ήθελε να ρωτήσει για την ίδια τη γυναίκα του, την Άμπιγκεϊλ, τι γύρευε μαζί της μια ολόκληρη νύχτα, προχθές, ή αντιπροχθές ήταν; Μα ούτε που μίλησε. Θεώρησε ότι την προστάτεψε και δεν την άφησε να περπατά μόνη στους δρόμους . Ότι το έκανε χάριν της παλιάς φιλίας τους.  
«Θέλω να σου πω κάτι για την Άμπι», ξεκίνησε τότε ο Χένρι, διαβάζοντας  τη σκέψη του φίλου του. «Για τη νύχτα που πήρε τους δρόμους…». Και συνέχισε:
«Ποτέ δεν θα καταλάβουμε  μια γυναίκα, αν δεν αντικρίσουμε το κακό μέσα της… ποτέ δεν θα ανοίξουμε τα κελιά της…ποτέ.. αν δεν ..»
 Καληνύχτισε τον Μπεν γελαστός, αφήνοντάς τον μόνο με αυτό που καταλάβαινε πάντα για τη γυναίκα του αλλά ποτέ δεν μπόρεσε να εξηγήσει, και τον σκύλο να κουνάει την ουρά του ακολουθώντας… 
Το κακό μέσα της.. ο Μπεν  προχώρησε στην κρύα νύχτα με την τελευταία, ακατάληκτη φράση του Χένρι, αγκαλιά. Ότι και να σήμαινε κάτι τέτοιο,  η  Άμπι δεν θα είχε ενδιαφέρον αλλιώς… θα ήθελε να του πει ο φίλος τους..
                                                              
****

Ο Χένρι επέστρεψε στη σοφίτα και άναψε κατευθείαν τη μαντεμένια σόμπα με ό,τι ξύλα διέθετε. Έριξε το μπράντι που του είχε μείνει από πέρσι τα Χριστούγεννα μέσα σε ένα καυτό, μαύρο τσάι και κάθισε στο τραπέζι που έγραφε συνήθως τα ποιήματά του κάτω από μια χλομή λάμπα. Ήθελε να βγάλει από μέσα του όσα δεν ειπώθηκαν με τον Μπεν. Ο βήχας τον πρόλαβε, και ο Χένρι τύλιξε τον λαιμό του με το μάλλινο μπλε φουλάρι, δώρο της ίδιας της Άμπιγκεϊλ από την εποχή που βρίσκονταν όλοι μαζί, σε  γιορταστικά δείπνα κι επετείους.
«Δεν υπάρχει σωστό και λάθος», ψιθύρισε στον εαυτό του, πράμα που έκανε πάντοτε πριν ρίξει τα λόγια του στο χαρτί, «…και κανείς δεν ανήκει κανενός.  Μόνη αμαρτία θεωρώ, να μην αγαπάς τη Τέχνη και τον συνάνθρωπό σου, ή να μην φτάσεις τον εαυτό σου εκεί που του αρμόζει, στο όνειρό του». 
Πνίγηκε στον βήχα. Ήπιε λίγο από το τσάι με το αλκοόλ, και βούτηξε τη πένα του στο μελανοδοχείο. Ο παλιόφιλος ο Μπεν, βρισκόταν τώρα νοητά εμπρός του και τον ρωτούσε ξεκάθαρα:


Μπεν και Χένρι

«Μπεν:  Γιατί   κοιτάζεις μια γυναίκα που δεν σου ανήκει;
Χένρι: Μια γυναίκα δεν ανήκει ..κανενός, Μπεν. Εμείς τους ανήκουμε! Εμείς.
Μπεν: Γιατί να κάνει κάποιος κάτι τόσο ανήθικο;
Χένρι: Ένας καλός άντρας που ασχολείται με μια δεσμευμένη γυναίκα, δεν βλέπει σε αυτήν παρά  το ίδιο του το κενό.  Τις κόρες και τις γάτες της. Την ζεστασιά του κρεβατιού της. Την πέτρα από το δακτυλίδι της και το χρώμα των ματιών της. 
Είναι εξαιρετικά περίπλοκο. Δεν θα μπορούσα να σου πω λοιπόν  ακριβώς γιατί..
Απλώς –όλα αυτά τα πράματα, τα δικά της, του λείπουν! Κάποτε, κάπως, κι αυτό είναι εξαιρετικά πολύπλοκο, όλα αυτά τα πράματα, υπήρξαν και δικά του.
Τώρα ας πιούμε άλλο ένα μπέρμπον, Μπεν. Κι ας ξεχαστούμε μια στιγμούλα αν θες κι εσύ. Ας ξεχαστούμε και ας συγχωρέσουμε.. άλλωστε δεν υπάρχει λόγος για μίση κι έριδες. Δεν υπήρξε ποτέ «δική μου». Απλώς ήμουν αρκετά άτυχος, ώστε να επισκεφτώ τον κόσμο της. 
Κι άλλωστε είμαστε όλοι τόσο προσωρινοί εδώ κάτω που όλα αυτά τα πράματα θα έπρεπε να μας κάνουν μονάχα να γελάμε..»

Τώρα η φλόγα είχε ανάψει και άστραφτε με πορτοκαλοκόκκινες σπίθες κι ο βήχας του Χένρι υποχώρησε, σαν να είχε ηρεμήσει με τη γραφή. Ξαναδιάβασε το νεογέννητο κείμενο, άναψε ένα σπίρτο κι έκαψε το χαρτί. Η φλόγα κατάπινε τα γράμματα, όπως ο ίδιος τον ασίγαστο πόθο του για τη μόνη γυναίκα που υπήρξε. Η οσμή της στάχτης ανάκατη με την οσμή του κεριού θύμιζε την μυρωδιά της, όταν περπατούσαν στο δάσος τα πρώτα σκοτεινά, ψυχρά απογεύματα που οι μέρες μίκραιναν, δέκα χρόνια πριν. 
Τα φιλοσοφικά δοκίμια, είναι παρηγοριές  στο ατελεύτητο, για τον θάνατο και τον έρωτα. Την γέννηση κυρίως. Είναι λάθος να γεννιόμαστε.. όλα τα δεινά ξεκινούν από τη γέννηση. Η ποίηση μονάχα θεραπεύει, κάνοντάς σε να συμφιλιωθείς με την υφή της στάχτης. Όταν καταλάβεις, πως  δεν είσαι παρά η στάχτη του καμένου σου ποιήματος έχεις καταλάβει τον θάνατο, τη φρικτή του απλότητα, το τέλος.  Το κορμί της, σε όλη τη «φρικτή» τελειότητα, ήταν ένας μικρός θάνατος. 
Ο βήχας  του, τώρα είχε εξαφανιστεί, πράγμα που συνέβαινε όποτε συλλογιζόταν τα κείμενά του ή τον έρωτα. Με αυτά ασχολούνταν. Με τα γραπτά και τον έρωτα.
Βούτηξε ξανά τη πένα του στο δοχείο, κι άρχισε πάλι να συνθέτει, τον λόγο που έβγαινε από το πονεμένο του στήθος και πιο βαθιά κάτω, από το ερεθισμένο από τη θύμησή της,  στομάχι.
Άκουγε τον άνεμο να φυσάει μέσα από τα ξηρά φυλλώματα και μια νότα βιολιού από το απέναντι δώμα. Το φθινόπωρο ολοένα αγρίευε. Συνέχισε με τη συγκίνηση της καρδιάς και τον ηλεκτρισμό του εγκεφάλου όπως όταν τέλειωνε το τρίτο του μπέρμπον, μη έχοντας πιει στην αλήθεια, παρά λίγες σταγόνες μπράντι μαζί με το τσάι του. 
                                                         

«Είναι στιγμές ξέχωρες, παράξενες κάπως που έρχονται και μου θυμίζουν πως είμαι ποιητής.. Τον χώρο της ποίησης θα τον παρομοίαζα με ένα ταβάνι χτισμένο στον ουρανό. Εκεί υπάρχω - εδώ κατεβαίνω για να ζήσω. 
Όσες φορές απωθώ μια ποιητική παρόρμηση, ως ιδέα ή μορφή, λαμβάνω την εκδίκησή της, «εξ’ ουρανού».
Η ιδέα, ή η  μορφή, ή ό,τι είναι αυτό που απώθησα εμφανίζεται στην καθημερινότητα με σάρκα και οστά.  Ή ακόμη και χωρίς αυτά…
Τις προάλλες άφησα ξεκρέμαστη μια γλυκιά θεατρίνα στους στίχους μου, ώσπου την έσβησα εντελώς. Την βαρέθηκα; Ή την φοβήθηκα; Άφησα το φιλί της στη μέση γιατί … δεν έβγαζε κάπου. Ήταν μελό, άδοξο. Έλειπε ο εραστής. Δηλαδή ο αληθινός εραστής. Δεν έβρισκα ποιος ήταν μιας και δεν έβρισκα την φλόγα ανάμεσά τους, δηλαδή μέσα μου.
Πέρασαν μήνες. 
Μου πήρε χρόνο να καταλάβω.. ή να αισθανθώ. Να διαισθανθώ κυρίως, γιατί αυτά τα πράγματα δεν εξηγούνται ποτέ λογικά.
Είδα μπρος μου μια τόσο όμορφη, αέρινη γυναίκα, να πίνει μόνη της στο μπαρ, κι ήταν λες και ξεπήδησε έτσι σβησμένη κι αβέβαιη από το ποίημα που έγραφα. Ήταν φοβισμένη- αυτό είδα πίσω από την φαινομενική ανία που την οδήγησε μέσα στη νύχτα στο «Μπλου Κατ»… και τη βροχή. Μου πήρε λίγα λεπτά να αναγνωρίσω τη παλιά φίλη μου, Άμπιγκεϊλ.
Την πλησίασα. Πρώτη φορά τη συναντούσα μόνη, κι ίσως για αυτό δεν την αναγνώρισα άμεσα..
 Αέρινη; Θα ψάχνω καιρό την λέξη της. «Apparition». Η μόνη που ήρθε στο μυαλό, από τη λάμψη στο δέρμα της και τη λευκότητα των χειλιών.
 Ίσως και γιατί ήταν ολόιδια από την τελευταία φορά που την είχα δει. Σαν να μην είχε περάσει μια μέρα από την τελευταία μας βόλτα, τότε, στο δάσος.
Κι ήταν η μυρωδιά της που με ξύπνησε, άρωμα βαθύ και καυτό, σαν σανταλόξυλο που καίγεται ανάμεσα σε κρίνα, το βλέμμα της που κάτι  έψαχνε απεγνωσμένα χωρίς να χάνει μια ολόψυχρη  εκπομπή.  
Τα χέρια της, που μου άρεσαν  όσο τα χέρια των γυναικών που ζωγράφιζε ο Schiele, μιλούσαν μία ξεχωριστή, ολότελα δική τους διάλεκτο. Το κορμί της ανέδιδε την ίδια εκείνη ματωμένη ζεστασιά, παρόμοια με τις καταραμένες φιγούρες του ζωγράφου, μέσα από το γκρενά, ραμμένο από οργαντίνα φόρεμα. Γλιστρήσαμε από το Μπλου Κατ σαν σκιές στον νυχτερινό δρόμο, και διασχίσαμε την πόλη από την μια άκρη ως την άλλη, ενώ μιλούσαμε διαρκώς, περνώντας κήπους, γέφυρες και τα αρχοντικά πλάι στον ποταμό. Να μπαίνεις μέσα σε ένα γυναικείο μυαλό! Η ουσία των πραγμάτων η υφή τους, το νόημα, όλα εκεί!  Ο κόσμος είναι φτιαγμένος από και για γυναίκες και κλειδιά για να μπεις μέσα στον δικό τους κόσμο, οι λέξεις.
Εκείνη τη νύχτα, αισθάνθηκα ότι έκανα έρωτα με  ένα από τα ποιήματά μου. 
Αυτό που ακόμη δεν γράφτηκε, που είναι ανίκανο να γραφτεί. Το ποίημα που επιθυμώ να γράψω για εκείνην, ώστε ο πόθος μου να μείνει ανεξίτηλος στον χρόνο κι ανέπαφος από την κατεστημένη, ηθική τάξη.
 Εκείνη την νύχτα, την ώρα που έκλεινα τα  τα μάτια μου να κοιμηθώ άνοιγαν τα δικά της μέσα στις εικόνες του ύπνου μου, και δεν με άφησαν ώσπου ξυπνώντας, ένας στίχος έχει γεννηθεί μέσα από τα πικρά μου όνειρα. 
                            «Γιατί όλος αυτός ο κόσμος δεν μας χωρά;»





Η αγάπη είναι γεμάτο όπλο στα χέρια ενός μωρού
(της Μαρίας Μαλεγιαννάκη)


Το πιο πολύτιμο πράγμα είσαι εσύ. Τα μαύρα μποτίνια σου, κάτω από το κοντό, μαύρο σου φόρεμα, τα τσουλούφια που περισσεύουν από τα μαλλιά σου, τα καστανά σου μάτια, τα λεπτά σου χέρια.
Αυτή η υδρόγειος που κουβαλάς στην πλάτη- με συγκινεί, με εξιτάρει. 

Μπορείς, και ξέρεις να είσαι κοσμοπολίτισσα, μια βροχερή κι αβάσταχτη Κυριακή στα λημέρια του Σολτ Ρίβερ, όπου κάποιος άνετα αυτοκτονεί ή τρελαίνεται. 
Αλλιώτικη πάντα, μυρίζεις σανταλόξυλο, πιπέρι, βανίλια, λιβάνι. Είσαι το πρώτο λευκό φως της αυγής, και δεν κάνεις τίποτα για αυτό. Όταν σε πρωτοείδα, στην συναυλία των Green River «έπαθα πλάκα». 
 Μια παγωμένη ριπή λόγχισε τα σπλάχνα μου, το είδωλο σου, το είδωλο για μένα ήσουν εσύ, όχι η τρομερή μπάντα με τις grunge κραυγές , τα τελάρα μπύρες και τα στριφτά. 
Αγγίξαμε ταυτόχρονα την πιο παγωμένη  μπύρα που σέρβιρε στο μπαρ η γκαρσόνα η Μόλυ, μου χαμογέλασες, μου παραχώρησες το μπουκάλι κι είπες, «λατρεύω το Rehab Doll», εσύ;
 Ήσουν  απίστευτα γνώριμη, χορεύοντας την  στιγμή που «εξερράγη» η κιθάρα του Steve Turners. 

Ακούς πάντα τα δικά σου κομμάτια- λατρεύεις τη Suzie and the Bangies, όσο θα σε λάτρευε κι εκείνη αν σε γνώριζε, διαβάζεις την ποίηση του Τ.S Eliot στην αιώρα που έραψες στην αυλή σου,  κι ό,τι κι αν κάνεις, ξεχωρίζεις σαν παλιά, γαλλική πορσελάνη σε αμερικάνικο παζάρι. 
Δουλεύεις ήδη δεκατέσσερις μήνες στο Martin’n Spencer’s και μετά στο μικρό γωνιακό μπαρ του Μπεν, όπου φτιάχνεις ποτά και βάζεις μουσική ως τα χαράματα, για να μαζέψεις χρήματα για το ταξίδι στη Νέα Υόρκη, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. 
Η μεγάλη σου λαχτάρα, είναι να χαθείς μέσα στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, στα θέατρα και τα μπιστρό της, να μιλάς αιώνια με τους διανοούμενους για την ποίηση και τον πόλεμο και να γνωρίσεις περίεργους καλλιτέχνες.
 Θα φύγεις πολύ σύντομα από αυτόν τον έρημο  τόπο,  που διαθέτει κυρίως  καφέ που σερβίρουν φτηνή μπύρα, πονηρούς μπάτσους που τη πίνουν, τεράστια σαραβαλιασμένα  Dodge και ψυχές που στοιχειώνουν την μεγάλη λίμνη. 
Ίσως έχεις κάτσει ήδη πολύ εδώ, γλυκιά Γουινόνα. 
Διάβασες, χόρεψες, ονειρεύτηκες για να αντέξεις τον χρόνο που περνά.  Γνώρισες κι εμένα.
Μαζί σου δεν έχω ανάγκη τίποτα, παρά το δυνατό σου καφέ, ένα από τα τσιγάρα σου και τρία από τα φιλιά σου όταν γυρνάμε χαράματα αγκαλιά.  
Αρκούν αυτά, για να  σώσουν την υπόλοιπη, αβέβαιη ζωή μου. 

Χαζεύουμε  ξαπλωμένοι  στα στάχυα, τη λίμνη που καθρεφτίζεται στον μαύρο ουρανό,  και παίζουμε το παλιό παιχνίδι μας,  «τίτλοι ταινιών και σκηνοθέτες».
Έχουμε τα πάντα κι είμαστε απλώς η αρχή.  Μια εκκίνηση  ιδιόχειρου κόσμου που παράγει ηλεκτρισμό. 
Η  αγάπη μας, ένας τρίτος άνθρωπος ανάμεσά μας,  ζωντανός, ευωδιάζει. 
Αγάπη για μένα είναι να φτιάχνεις ένα άγαλμα και να το φυτεύεις σε ένα κήπο. Θα ανθίσει ποτέ; 
Αν παντρευτούμε τώρα, τη μόνη στιγμή που αποφασίζεται κάτι τέτοιο ,προσπαθώ να φανταστώ κάτι σαν  μέλλον.
Ας πούμε, είκοσι χρόνια μετά, μια ιδέα της Σάλι Ρίβερς που μένει απέναντι, κλώθει στο μυαλό μου.
Θα αράζεις τα απογεύματα στη λίμνη πάνω στην λατρευτή φορητή σου, πάνινη πολυθρόνα με τα ροδάκια, μέχρι να δύσει ο ήλιος και να  τα μαζέψεις, για να φτάσεις στο πλαστικό, υπέροχο δείπνο σου. Με ένα μικρό μπουκάλι τζιν στην τσέπη, θα ακούς τα νέα του τοπικού σταθμού,  θα μαζεύεις κουπόνια για τάπερ και προίκες, θα ράβεις κεντήματα με στάμπες που θα κρεμάς στον τοίχο του τροχόσπιτου πάνω από ένα ράφι με απομεινάρια από τα βιβλία σου και  θα ψωνίζεις εμπριμέ παντελόνια από το  παζάρι του Σαββάτου. 
Όσο για μένα…φαντάσου εσύ.

Να όμως… 
Λαχταρώ υπερβολικά, μονάχα αυτό που είσαι αληθινά.
Κι η αγάπη είναι γεμάτο όπλο στα χέρια  ενός μωρού.
Σε θέλω, τόσο ολοκληρωτικά και απόλυτα, που θέλω να ζήσεις ολοκληρωτικά και απόλυτα. Δεν αντέχω να μην υπάρξεις δυνατά σε αυτόν τον κόσμο, αφού για αυτό πλάστηκες, και υπαίτια να είναι η αγάπη που τρέφω.
Για αυτό..
Γλυκιά μου Γουινόνα, όταν ανοίξεις το μέιλμποξ σου, θα βρεις ένα πακέτο. Δυο χρόνια το ετοίμαζα κι έχει μέσα του αυτό το είδος αγάπης, όπως και τούτο το γράμμα. 

Μέσα στο δέμα σου, θα βρεις όλα τα μουσεία. Όλες τις πινακοθήκες. Όλες τις  λίμνες και τα θέατρα του Μεγάλου Μήλου.  
Μέσα, θα υπάρχεις, Εσύ.


ΧΧ,
Ο Τζόνι.


*     *     *




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΑΡΙΑΣ ΜΑΛΕΓΙΑΝΝΑΚΗ

Η Μαρία Ε. Μαλεγιαννάκη έχει σπουδάσει Κοινωνιολογία στο Deree College, (BA Sociology, 1995) και Σπουδές Ευρωπαϊκού Πολιτισμού στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, (2011).
Ασχολείται με τη δημιουργική διδασκαλία της Αγγλικής εδώ και πολλά χρόνια. Η μεγάλη της αγάπη είναι η λογοτεχνία με έμφαση  στο μυθιστόρημα.
Λογοτεχνικά της έργα νουβέλες και μυθιστορήματα έχουν βραβευτεί από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, το 2009 και 2011, και το 2017 εκδόθηκε το μυθιστόρημά της με τίτλο «Μελαγχολία Οσμή Κυνόροδου» από τις Εκδόσεις Βεργίνα (Α’ βραβείο, μυθιστόρημα, «Σικελιανά 2014») .
Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής  στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος (2006), και έχει συμμετάσχει στα σεμινάρια  e-learning με τίτλο
«Δημιουργική Γραφή και Αυτογνωσία»,  «Ολοκλήρωση Δημιουργικού Έργου» 
(ΕΚΠΑ ,2020-21.) 
Ζει στην Αθήνα με την οικογένειά της. 
Έχει κάνει πολλά ταξίδια στη χώρα μας και στο εξωτερικό κι ανυπομονεί και για τα επόμενα.
Της αρέσει πολύ το θέατρο, ο χορός, η μουσική, και οι τέχνες και αγαπά πολύ τη φύση.
Θέλει να πιστεύει σε ένα μέλλον με πολιτισμό, υγεία, και αναβάθμιση των αξιών και του δικαίου, και σε ατομικό επίπεδο επιθυμεί πάντα σπουδές, υγεία, αγάπη, γαλήνη, αυτοπραγμάτωση.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!