Ο Ρουμπινένιος - Λιάνα Μιχελάκη (Λογοτεχνικό Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων 2020) - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2021

Ο Ρουμπινένιος - Λιάνα Μιχελάκη (Λογοτεχνικό Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων 2020)




Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά χρόνια, μέσα σε ένα χιονισμένο δάσος, γεννήθηκε ένας τάρανδος, τον οποίο όμως μεγάλωσε μία κόκκινη αλεπού στη φωλιά της, μαζί με τα αλεπουδάκια της. Γι αυτό λοιπόν το λόγο, τόσο τα ζώα του δάσους, όσο και οι άνθρωποι στο γειτονικό χωριό τον φώναζαν Ρουμπινένιο ή απλά Ρούμπι. Ο Ρούμπι ήταν ένας παιχνιδιάρικος και ζωηρός τάρανδος, που όλη την ώρα έτρεχε και χοροπηδούσε πάνω στο μαλακό και κατάλευκο χιόνι.
-Πόσο πολύ μου αρέσει το χιόνι, να φτιάχνω χιονόμπαλες και να παίζω με τα άλλα ζώα, έλεγε και ξανάλεγε κάθε φορά, που σκαρφιζόταν μία σκανταλιά.
Όταν κάποια στιγμή όμως μεγάλωσε αρκετά, η μαμά αλεπού τον κάλεσε κοντά της  και του είπε : <<Αγαπημένε μου Ρούμπι, νομίζω πως ήρθε η ώρα να τρέξεις μακριά από τη φωλιά μας. Τώρα μπορείς, γιατί έγινες γερός και δυνατός. Είμαι σίγουρη πως θα κάνεις κάτι σπουδαίο στη ζωή σου, Ρούμπι, είπε στο τέλος η κόκκινη αλεπού, προσπαθώντας να κρύψει τα δάκρυα της και δίνοντας  του ένα μικρό κόκκινο φτερό, σαν φυλαχτό. Ο Ρούμπι με τη σειρά του, αρκετά συγκινημένος κι αυτός, αφού αποχαιρέτισε τη μαμά αλεπού και τα αλεπουδάκια, έφυγε τρεχάτος από τη φωλιά τους.
 Στην αρχή συνάντησε στο δρόμο του  ένα χιονάνθρωπο, ντυμένο με βαριά ρούχα, προφανώς για να αντέχει στο κρύο. Ο Ρούμπι τότε έγινε αμέσως φίλος του και μέσα σε λίγο καιρό έγιναν φίλοι αχώριστοι. Ο χιονάνθρωπος μάλιστα έμαθε στο Ρούμπι να κατασκευάζει χιονόμπαλες κι έτσι όλη την ημέρα έπαιζαν μαζί χιονοπόλεμο και άλλα παιχνίδια. Το κυριότερο όμως του έδειξε τον τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να φτιάξει ένα σπίτι από χιόνι. Έτσι μέσα σε λίγο καιρό ο Ρούμπι κατασκεύασε ένα τεράστιο χιονόσπιτο. Όλη την ημέρα λοιπόν έπαιζε στο χιόνι με το χιονάνθρωπο. Το μεσημέρι έτρεχε στο δάσος να μαζέψει μανιτάρια για το γεύμα τους  και το βράδυ κοιμόταν στο χιονόσπιτο του. Είναι αλήθεια όμως, πως όσο περνούσαν  οι μέρες,  ο Ρούμπι άρχισε να νοιώθει μοναξιά μέσα σε αυτό το μεγάλο σπίτι. Έτσι λοιπόν πήρε την απόφαση να φύγει, αφού προηγουμένως ευχαρίστησε το χιονάνθρωπο για την όμορφη παρέα του και μάλιστα του χάρισε και το σπίτι.
-Αν ποτέ με χρειαστείς, να ξέρεις πως θα με βρεις σε αυτό το σπίτι, αγαπημένε μου φίλε, είπε ο χιονάνθρωπος, συγκινημένος,  με δάκρυα στα μάτια, δίνοντας στο Ρούμπι το ζεστό σκουφί του, για τις κρύες νύχτες του χειμώνα.
- Έχε γεια φίλε αγαπημένε, είπε και ο Ρούμπι και άρχισε να τρέχει πάνω στο πυκνό και μαλακό χιόνι. Έτρεχε, έτρεχε για μέρες. Ώσπου κάποια στιγμή συνάντησε μία αρκούδα με το μικρό της αρκουδάκι να κάθονται στην όχθη μιας παγωμένης από το χιόνι λίμνης και να ψαρεύουν.
Η αρκούδα τότε προσκάλεσε το Ρούμπι να μείνει μαζί τους, εκεί στην όχθη της λίμνης. Είχε πράγματι μία ευρύχωρη φωλιά και θα μπορούσαν να ζούνε άνετα και οι τρεις. Έτσι λοιπόν μέσα σε λίγο καιρό ο Ρούμπι έμαθε να ψαρεύει στην παγωμένη λίμνη ή ακόμη και να βουτάει στα παγωμένα νερά και να βρίσκει την τροφή του. Το μικρό αρκουδάκι αγαπούσε πολύ το Ρούμπι, σαν να ήταν ο μεγάλος αδελφός του. Αλλά και ο Ρούμπι με τη σειρά του το ίδιο ένιωθε. Κάποιες φορές μάλιστα έπαιρνε το αρκουδάκι στην πλάτη του και έκαναν βόλτες στη γύρω χιονισμένη περιοχή. Ανέβαιναν τότε στα παγόβουνα κι έκαναν τσουλήθρα. Πόσο πολύ τους άρεσε αυτό το παιχνίδι! 
Έτσι, περνούσαν οι μέρες με γέλια και χαρά. Ώσπου κάποια μέρα, καθώς ο Ρούμπι με το αρκουδάκι έψαχναν για κυκλάμινα μέσα στο χιόνι, τα αγαπημένα λουλούδια της μαμάς αρκούδας, ο Ρούμπι θυμήθηκε ξαφνικά τα τελευταία λόγια της μαμάς αλεπούς <<Είμαι σίγουρη πως θα κάνεις κάτι σπουδαίο στη ζωή σου>>. Ο Ρούμπι τότε πήρε την απόφαση να αποχαιρετίσει την αρκούδα και το αρκουδάκι της και να ψάξει γι αυτό το σπουδαίο.
-Έχε γεια φίλε μας, αγαπημένε, είπε η αρκούδα με το αρκουδάκι της. Αν ποτέ μας χρειαστείς, ξέρεις που θα μας βρεις, είπαν τέλος, δίνοντας του ένα ζεστό κασκόλ, για το κρύο.
-Σας ευχαριστώ από την καρδιά μου, καλοί μου φίλοι, απάντησε τότε ο Ρούμπι και άρχισε να τρέχει πάλι, μόνος αυτή τη φορά, πάνω στο πυκνό χιόνι, κρατώντας σφιχτά το φυλαχτό, που του είχε δώσει κάποτε η μαμά αλεπού, δηλαδή το κόκκινο φτερό.
Όταν κάποια στιγμή κουράστηκε ,όμως, από το τρέξιμο το πολύ, ένιωσε την ανάγκη να κάτσει λίγο, για να ξεκουραστεί. Κάθισε λοιπόν κάτω από το πρώτο χιονισμένο δέντρο, που βρήκε στο δρόμο του. Εκεί φόρεσε τον σκούφο, που του είχε χαρίσει ο χιονάνθρωπος, καθώς και το κασκόλ, που του είχαν δωρίσει η αρκούδα με το αρκουδάκι της και κρατώντας σφιχτά το κόκκινο φτερό της μαμάς αλεπούς, αποκοιμήθηκε πάνω στο αφράτο χιόνι. Πρέπει να κοιμήθηκε πολύ βαριά και ονειρεύτηκε μάλιστα πως πετούσε ψηλά στο στολισμένο από τα λαμπερά αστέρια ουρανό. Πόσο όμορφα ένιωθε εκεί ψηλά! Κι ενώ λοιπόν πετούσε από το ένα αστέρι στο άλλο,  ξαφνικά έπεσε κάτω στη γη κι εκείνη την ώρα ξύπνησε.
<<Καλωσόρισες μικρέ μου τάρανδε. Πρέπει να ταξιδεύεις από πολύ μακριά, γιατί δεν σε έχω ξαναδεί στα μέρη μας >>, ακούστηκε μία φωνή από πολύ κοντά.
Ο Ρούμπι τότε, συνειδητοποίησε πως πετούσε πάνω του μία ολόλευκη κουκουβάγια με δύο λαμπερά μάτια, που φώτιζαν για τα καλά, μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Ενθουσιασμένος τότε είπε την ιστορία του στην κουκουβάγια κι αυτή με τη σειρά της τον προσκάλεσε να την ακολουθήσει στο ταξίδι της.
-Για πού ταξιδεύεις καλή μου κουκουβάγια, ρώτησε ο Ρούμπι όλο απορία.
-Θέλω να ταξιδέψω σ ένα μικρό χωριό, όχι πολύ μακριά από εδώ. Στο χωριό αυτό έχει πανύψηλα δέντρα και σε ένα από αυτά σκοπεύω να χτίσω και τη φωλιά μου, για να περάσω εκεί το χειμώνα. Αν θέλεις, μπορείς να έρθεις μαζί μου.
 Ο Ρούμπι τότε θυμήθηκε τις ιστορίες, που του έλεγε, όταν ήταν μικρός, η μαμά αλεπού για όμορφα, καταπράσινα χωριά, με μικρά σπιτάκια, στα οποία κατοικούσαν οι άνθρωποι με τα παιδιά τους. Υπήρχαν μάλιστα εκεί, όπως  του έλεγε και ζώα, όπου βοηθούσαν τους ανθρώπους στις δουλειές τους. Πόσο παράξενες του φαίνονταν τότε αυτές οι ιστορίες, αλλά ήθελε πολύ να τις δει να ζωντανεύουν μπρος στα μάτια του. Έτσι λοιπόν αποφάσισε να ακολουθήσει τη λευκή κουκουβάγια στο ταξίδι της και είχε μάλιστα μεγάλη ανυπομονησία να δει από κοντά, όσα του περιέγραφε η μαμά αλεπού, μέσα από τις αφηγήσεις της.
Ταξίδευαν για μέρες μέσα στο πυκνό χιόνι. Η κουκουβάγια πετούσε και ο Ρούμπι την ακολουθούσε. Πολλές φορές μάλιστα, όταν βράδιαζε για τα καλά, δεν μπορούσε να τη διακρίνει. Έβλεπε μόνο το φως από τα μάτια της και αυτό ακολουθούσε. Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Ρούμπι ένιωθε μέσα του μία πρωτόγνωρη χαρά. Μιλούσε συνεχώς με την κουκουβάγια και της αφηγήθηκε μάλιστα όλη τη ζωή του, καθώς και τους φίλους, που είχε γνωρίσει τον τελευταίο καιρό. Το κυριότερο όμως της εκμυστηρεύτηκε πως αναζητούσε κάτι σπουδαίο και πως είχε αγωνία μήπως δεν κατάφερνε ποτέ να το συναντήσει.
-Μην ανησυχείς καλέ μου Ρούμπι. Είμαι σίγουρη πως κάποια στιγμή θα βρεις επιτέλους αυτό το σπουδαίο, κι όταν το συναντήσεις, αμέσως τότε θα το αναγνωρίσεις, του έλεγε η κουκουβάγια με όλη της τη σοφία.
Έτσι πέρασαν οι μέρες κι έφτασαν επιτελούς στο χωριό, που τόσο πολύ ο Ρούμπι ανυπομονούσε να γνωρίσει. Κάποια στιγμή η κουκουβάγια σταμάτησε να πετά και ήρθε να καθίσει δίπλα του, κάτω στη γη, λέγοντας του:
-Καλέ μου Ρούμπι, νομίζω πως εδώ πρέπει να χωρίσουν οι δρόμοι μας. Βλέπεις αυτό το δέντρο, που είναι μπροστά σε αυτό το μικρό σπιτάκι; Πάνω σε αυτό σκοπεύω να χτίσω τη φωλιά μου.
-Και ποιος κατοικεί σε αυτό το σπιτάκι, ρώτησε ο Ρούμπι όλο απορία. Μοιάζει με το δικό μου σπίτι, που έχτισα πριν καιρό στο χιόνι, με τη βοήθεια του φίλου μου του χιονάνθρωπου.
-Εδώ κατοικεί ένας πολύ καλός άνθρωπος. Είναι αγρότης. Όλη την ημέρα εργάζεται σκληρά στα χωράφια και το βράδυ φτιάχνει παιχνίδια, για να τα μοιράσει στα παιδιά του χωριού. Τόσο πολύ τον συμπαθώ, για αυτή του την πράξη, που φωτίζω μόνο για εκείνον τα βράδια, ώστε να βλέπει καλά και να φτιάχνει τα παιχνίδια στα παιδιά, είπε συγκινημένη η λευκή κουκουβάγια και ανοίγοντας διάπλατα τις μεγάλες φτερούγες της, πέταξε πάνω στο δέντρο, αποχαιρετώντας το Ρούμπι.
Ο Ρούμπι συγκινημένος από τα λόγια αυτά της κουκουβάγιας, αφού την αποχαιρέτησε, άρχισε να περιπλανιέται στο μικρό χωριό. Όλη την ημέρα περπατούσε στα χιονισμένα λιβάδια και με νοσταλγία μεγάλη θυμόταν τα δικά του παιχνίδια και τις αταξίες με τα αλεπουδάκια της κόκκινης αλεπούς. Στη συνέχεια, το χιονοπόλεμο με το χιονάνθρωπο, αλλά και την τσουλήθρα στα παγόβουνα με το μικρό αρκουδάκι. Πόσο του έλειπαν όλα αυτά.
 Δεν ήθελε όμως να γυρίσει πίσω, παρ όλο που ήταν αρκετά εύκολο για τον ίδιο, καθώς θυμόταν όλη τη διαδρομή. Ήθελε να πηγαίνει τα βράδια, προσέχοντας πάντα να μην τον πάρει κάποιος είδηση ούτε καν η κουκουβάγια, έξω από το σπίτι του καλού αγρότη. Πόσο πολύ του άρεσε να τον παρατηρεί να κατασκευάζει όλα αυτά τα παιχνίδια. Τελικά, τον συμπάθησε  πολύ και θα ήθελε να τον συναντήσει κάποια στιγμή από κοντά. Σίγουρα τότε θα του περιέγραφε και τα δικά του παιχνίδια στο χιόνι μαζί με τα αλεπουδάκια, το χιονάνθρωπο και το αρκουδάκι. Με αυτά τα όνειρα λοιπόν ο Ρούμπι περιπλανήθηκε μόνος για αρκετές μέρες σε εκείνο το όμορφο χωριό.
Κάποιο μεσημέρι όμως, καθώς ο Ρούμπι έπαιρνε τον καθιερωμένο υπνάκο του πάνω στο απαλό χιόνι, λίγο έξω από το χωριό, αέρας δυνατός τον ξύπνησε. Ανοίγοντας τότε τα μάτια του, βλέπει το κόκκινο φτερό να πετάει ψηλά. Αμέσως τότε τρόμαξε πολύ πως θα το χάσει κι άρχισε να το κυνηγά. Μάταια όμως. Όσο το κυνηγούσε τόσο αυτό απομακρυνόταν περισσότερο. Ο Ρούμπι όμως δεν ήθελε να παραιτηθεί από την προσπάθεια του αυτή. Το κόκκινο φτερό ήταν πολύ σημαντικό για τον ίδιο. Ήταν το δώρο της μαμάς αλεπούς σε αυτόν και της είχε υποσχεθεί μάλιστα ότι θα το είχε για όλη του τη ζωή. Ένιωθε όμως πως ο αέρας ήθελε να του το πάρει και είχε θυμώσει αρκετά.
Κάποια στιγμή όμως κι ενώ ήταν αρκετά κουρασμένος από το τρέξιμο το πολύ, βλέπει από μακριά το κόκκινο φτερό να πέφτει μαλακά στη γη. Τρέχει τότε, με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει και τί να δει; Ο καλός αγρότης πεσμένος πάνω στο χιόνι και το πόδι του τραυματισμένο. Προφανώς είχε χτυπήσει αρκετά. Σε λίγη ώρα θα νύχτωνε και θα πάγωνε πάνω στο χιόνι. Ο Ρούμπι τότε χωρίς δεύτερη σκέψη παρακάλεσε τον αέρα να φυσήξει απαλά και να σηκώσει το χιόνι ψηλά, ώστε να μπορέσει να φτιάξει μία μικρή φωλιά. Σε αυτήν τη φωλιά μετέφερε τον αγρότη, όπου του προσέφερε το σκούφο και το κασκόλ του και με τα χνώτα του προσπαθούσε να τον ζεστάνει όλη τη νύχτα. Ο καλός αγρότης τον κοίταζε με ευγνωμοσύνη και δάκρυα στα μάτια. Ο Ρούμπι του είχε σώσει τη ζωή. 
Εκείνο το βράδυ ο ουρανός ήταν κατάμαυρος χωρίς αστέρια. Ένα μόνο αστέρι μικρό και λαμπερό τους συντρόφευε, στέλνοντας το φως του μέσα στη μικρή αυτή φωλιά. Αμέσως τότε ο Ρούμπι θυμήθηκε τα τελευταία λόγια της μαμάς αλεπούς <<Όταν ένα και μοναδικό αστέρι θα λάμπει ψηλά στο μαύρο ουρανό, να ξέρεις τότε πως θα είναι το δικό σου αστέρι και αυτό να ακολουθείς σε όλη σου τη ζωή. Το φως του θα σε καθοδηγεί.  Θα είσαι τυχερός αν το συναντήσεις στη ζωή σου>>. Ο Ρούμπι τότε κατάλαβε πως το δικό του αστέρι, που εκείνο το βράδυ φώτιζε στη φωλιά τους, του έλεγε να ακολουθήσει τον καλό αγρότη. 
Πράγματι έτσι έγινε. Όταν με το καλό ξημέρωσε ο Ρούμπι βοήθησε τον αγρότη να επιστρέψουν και οι δυο τους στο χωριό και από τότε έγιναν αχώριστοι. Ο Ρούμπι μάλιστα τον βοηθούσε στο δάσος να κόβουν ξύλα, καθώς και να μοιράζουν μαζί τα δώρα στα παιδιά. Πολλές φορές όμως ο Ρούμπι ξεχνιόταν στο χιόνι, γιατί του άρεσε να παίζει χιονοπόλεμο με τα άλλα ζώα και να τραγουδά. Στο τέλος όμως επέστρεφε πάντα στον καλό αγρότη:
<< Είμαι ένας τάρανδος μικρός και ζωηρός. 
Όλη την ημέρα παίζω, 
μπάλες από χιόνι φτιάχνω
και τσουλήθρα στην πλαγιά τη χιονισμένη κάνω.
Μα σαν το καθήκον με καλεί, 
στο σπίτι τρέχω γρήγορα,
γιατί ο καλός αγρότης με αναζητεί,
δώρα να ετοιμάσουμε
και τη χαρά να τη μοιράσουμε…>>

                                               

              Λιάνα Μιχελάκη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!