Μια παλιά Πρωτοχρονιά - Παναγιώτης Αντωνόπουλος (Λογοτεχνικό Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων 2020) - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2021

Μια παλιά Πρωτοχρονιά - Παναγιώτης Αντωνόπουλος (Λογοτεχνικό Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων 2020)



 

Δόλιοι αγύρτες καιροί, έφεραν μετά το εξήντα μια Πρωτοχρονιά κακή  καουμπόισσα που ‘κανε  στάχτη και μπούλμπερη τη ζωή μας, χωρίς κουραμπιέδες και μελομακάρονα, χωρίς ένα ορνίθι στο πιάτο μας. Βλέπαμε εμείς του αδελφάτου των φτωχών, τις γαλοπούλες  κρεμασμένες απ’ τα τσιγκέλια στις αυλές των χορτασμένων και μας έπιανε ντελίριο από τη ζήλια.  Η οργή λαγούμια έσκαβε μέσα μας να κρύψει τη μαραμένη μας ελπίδα, σγουμπή η αυγή της Παραμονής μας έδινε τα τρίγωνα, τους δρόμους να  πάρουμε, το τραγούδι ν’  αρχίσουμε και να ξεχάσουμε. 

Περπατώντας και τραγουδώντας ονειρεύτηκα την Αστρούλα. Γιατί δεν ήρθε;  Πάντα μ’ ένα πεθαμένο χαμόγελο, χλομή, αδύνατη, νηστική με τα πόδια της γεμάτα καψαλήθρες,  έτρωγε τη λέξη << καλημέρα >> όταν μου την έλεγε σαν πότιζε τους υάκινθους στο σύνορο του κήπου μας, αφήνοντας πάνω μου το βλέμμα της σαν φύλακα προστασίας.  Ο πατέρας της χρόνους στον κήπο των ψυχών και η μάνα της λαβωμένη από τις ριπές της φτώχειας,  σπίτια καθάριζε σε πλούσιους και ευγενείς.
<< Θα φτύνει φαρμάκι η έρημη >> σκέφτηκα και πήγα στο σπίτι της. Ήταν μέσα, ξαπλωμένη κοντά στο παραγώνι σκεπασμένη με μια μπαλωμένη κουβέρτα και διάβαζε.  Οι φλόγες με τις σκιές τους, της ζωγράφιζαν  πάνω στα μάγουλα κίτρινες και χρυσές πεταλούδες κι ένα φλούδι που καιγόταν με γλυκό τραγούδι τη νανούριζε. Της μίλησα: << Αστρούλα, δε θα ‘ρθεις για τα κάλαντα; >> Σήκωσε το κεφάλι, το βλέμμα της πέτρινο, μου μίλησε και ίσα που ακούστηκε: << Ψήνομαι στον πυρετό! Δε θα ‘ρθω! >>
Την άλλη μέρα ξεμύτισε μια Πρωτοχρονιά ενδεδυμένη σχισμένο χιτώνα, με φάλτσους ψαλμούς  στις εκκλησίες, μ’ ένα λαό πτωχοπρόδρομο και ηττημένο, βυθισμένο στο υπόγειο της μελαγχολίας. Πήγα πάλι στο σπίτι της Αστρούλας. Της έδωσα μελομακάρονα, της έδειξα έξω ένα κομμάτι μπλε τ’  ουρανού και της τραγούδησα: << Τρέχουν τα παιδιά μες στη σιγαλιά άνοιξ’ η αγκαλιά κι έκανε η αγάπη την καρδιά φωλιά >> και της γέμισα τη χούφτα δραχμούλες.   << Γέρε χρόνε φύγε τώρα, πάει η δική σου η σειρά, ήρθ’ ο νέος με τα δώρα, ήσουν κακός χωρίς χαρά >> ψιθύρισε άπνοα και τα μάτια της έβγαλαν κόκκινα δάκρυα, ο χώρος γέμισε ξερά ανθάκια και έξω ακούστηκε ένα παλιό τραγούδι μιας ατέλειωτης λησμονιάς, κοσμημένο με τους στίχους του Ρεμπώ, που ξεπουπούλιαζε τους << σκαλτσουνάτους κοκόρους>> και τις << λειράτες όρνιθες >> που έτρωγαν του σκασμού εκείνη τη στιγμή σε πλούσια τραπέζια. Συνεκδοχικά παρηγορούσε και ζητούσε συγγνώμη απ’ τη μικρή Αστρούλα κι  απ’ όλα τα πεινασμένα παιδιά του κόσμου: <<  Μαύρα μεσ’ την ομίχλη και το χιόνι/ μπροστά στην τρύπα που η φωτιά φουντώνει/ με τα κολιά τους ένα γύρω και σκυφτά/ […} πέντε φτωχά – τι λυπημός σε πιάνει- !/ κοιτάζοντας το φούρνο να καίει/ τα ξανθωπά βαριά ψωμιά/.  Να ψήνεται τ’ άσπρο ψωμάκι κι ακούνε/ κι ο φούρναρης με χείλη που γελούνε/ ένα τραγούδι τραγουδάει καλό/. Κι όταν μεσάνυχτα στερνά σημαίνουν/ κι έτοιμα τα ψωμιά απ’ το φούρνο βγαίνουν/ κίτρινα με την κόρα την σκαστή/ [,,,] νιώθουνε πως ζούνε τόσο ευτυχισμένα!/ τα φτωχαδάκια τα κρουσταλλωμένα/ που μένουνε μπρος στη θυρίδα εκεί / […] τις κόκκινες μυτίτσες τους κολλώντας στα κάγκελα και κάτι τραγουδώντας / όμως πολύ σιγά, σαν προσευχή/ […]

Παναγιώτης Αντωνόπουλος
       ellinikoxronografima.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!