Χριστουγεννιάτικος κατ’ οίκον περιορισμός - Βούλα Αντωνίου (Λογοτεχνικό Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων 2020) - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2020

Χριστουγεννιάτικος κατ’ οίκον περιορισμός - Βούλα Αντωνίου (Λογοτεχνικό Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων 2020)





Οι δρόμοι ήταν άδειοι .Αυτό επέβαλλαν τα «μέτρα κατά της εξάπλωσης του κορονοιού».
Ακόμα και οι άστεγοι εξαφανίστηκαν από τους δρόμους.
Που πηγαίνει άραγε κάποιος όταν δεν πρέπει να κυκλοφορεί ,όταν υπάρχει «απαγόρευση κυκλοφορίας», πρέπει να μείνει στο σπίτι του αλλά δεν έχει σπίτι?
Τι αριθμό άραγε βάζεις,  όταν από τον δρόμο που ζεις ,πρέπει να μετακινηθείς στον δρόμο;
Ένα πικρό μειδίαμα εμφανίστηκε στο πρόσωπο του.
Σταμάτησε μπροστά από την  βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου.
Την βιτρίνα που άλλοτε συνήθιζε να σταματά ,να καμαρώνει την ομορφιά των γλυκών(σωστά κομψοτεχνήματα) και μετά να μπαίνει μέσα και να αγοράζει δύο (καμιά  φορά και τρείς ) πάστες και να τις τρώει.
Τώρα ,η βιτρίνα του αγαπημένου ζαχαροπλαστείου ήταν σκοτεινή .Το ζαχαροπλαστείο των παιδικών χρόνων ήταν κλειστό.
 Το έκλεισαν τα «περιοριστικά μέτρα κατά της πανδημίας»
Δεν θα γιόρταζε   Χριστούγεννα με τα θαυμάσια Χριστουγεννιάτικα κέικ που έμοιαζαν με μικρές πανέμορφες χιονισμένες πολιτείες.
Στάθηκε μπροστά στο σταυροδρόμι. Δεν μπορούσε να αποφασίσει ποιο δρόμο να πάρει .Να στρίψει αριστερά και να χωθεί στο διαμέρισμα του με τους γάτους και τον σκύλο του ή να στρίψει δεξιά να την επισκεφτεί;
Είχε ακόμα λίγο χρόνο ,μέχρι τις 9 που ξεκινούσε η απαγόρευση.
Είχε ακόμα λίγο χρόνο μέχρι της 9 και αυτός δεν ήξερε τι να τον κάνει!
Όπως δεν ήξερε και τι να κάνει με την σχέση του με την Μαρίζα.
Η Μαρίζα ήρθε στην ζωή του με την έναρξη της πανδημίας ,πριν σχεδόν ένα χρόνο τώρα και δεν έλεγε να φύγει. Μα αυτό του συνέβαινε για πρώτη φορά στην ζωή του και δεν το άντεχε. Και αν έμενε για πάντα στην ζωή του η Μαρίζα.; Και αν η πανδημία έμενε για πάντα στην ζωή τους;
Όπως έκανε αυτές τις σκέψεις συνειδητοποίησε πως είχε κιόλας πάρει τον δεξί  δρόμο και βρισκόταν έξω από το σπίτι της . Το ψηλό χαριτωμένο κόλευ τον είχε πάρει είδηση και άρχισε να γαβγίζει χαρούμενα .Τον είχε συμπαθήσει από την πρώτη στιγμή που τον είδε στην πρώτη του επίσκεψη στο σπίτι της. Στην έναρξη της πανδημίας.
«Έλα, πέρασε». Του χαμογέλασε φωτεινά και έκανε πίσω για να περάσει.
«Δεν ..δεν τηλεφώνησα πριν» τραύλισε σαν παιδαρέλι.
«Δεν πειράζει» τον καθησύχασε . «Διάβαζα.»
«Τι διαβάζεις ;»Την ρώτησε χωρίς να τον ενδιαφέρει και πολύ το περιεχόμενο της ερώτησης του και  η ενδεχομένη απάντηση .Αυτή το κατάλαβε και απάντησε: « Διαβάζω γενικώς, διαβάζω διάφορα .Ό,τι  πέσει στο χέρι μου.»
Μία πάυση και μετά : « Κάθισε»
Κοντοστάθηκε και μετά κάθισε .Στον πλατύ ,αφράτο καναπέ της Μαρίζας ,που ήταν σαν μια μεγάλη αγκαλιά .Μια ζεστή απαλή αγκαλιά. Ακόμα και ο καναπές της Μαρίζας ήταν σαν μια μεγάλη αγκαλιά. Αναστέναξε από μέσα του και χάρηκε που ο αναστεναγμός του δεν ακούστηκε.
Ήταν πολύ καλή για αυτόν. Ο κολλητός του, του είχε ρίξει την δηλητηριώδη κουβέντα πολλές φορές τους τελευταίους μήνες.
«Θα πιείς κάτι ;Ένα τσάι ή μήπως προτιμάς καφέ ή θέλεις να ανοίξουμε ένα κρασί;»
Πολλές οι επιλογές που του έδωσε η Μαρίζα ..Αυτό τον μπέρδευε!.
Φοβήθηκε να της πει να ανοίξουν ένα κρασί ,διότι φοβόταν τις συνέπειες της κρασοκατάνυξης. Χαμογέλασε σαν σκέφτηκε την τελευταία φορά που είχαν πιει μαζί ένα μπουκάλι κρασί. Στου Ψειρή ,σε ένα μεζεδοπωλείο από εκείνα τα υπέροχα μεζεδοπωλεία και μετά ζαλισμένοι όπως ήταν περπατούσαν χεράκι ,χεράκι λικνιζόμενοι και στηριζόμενοι ο ένας στον άλλο στα στενά δρομάκια της συνοικίας .Όμορφα που ήταν.
« Μα δεν νομίζω να έχω χρόνο .Σε λίγο πάει 9 και θα πρέπει να φύγω. Να επιστρέψω σπίτι ,ξεκινά ο κατ οικον περιορισμός.
Αυτή τον άρπαξε απότομα ,και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του.
Σάστισε με την κίνηση της ,αλλά γρήγορα συνήλθε και ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της.
Ένοιωθε σαν παιδάκι στην αγκαλιά της .Και όταν ξάπλωσαν στον αφράτο καναπέ, ένιωσε την απόλυτη ηρεμία ,την απόλυτη αγκαλιά .Την αγκαλιά που στερήθηκε όλη του την ζωή ,και απλά ήταν δίπλα του και έπρεπε να την δεχτεί.
Το κρασί αυτή την φορά ήρθε μετά.
Πέρασε το βράδυ του εκτός σπιτιού παρανομώντας 
Είχε την γλύκα του και αυτό.
Εκείνο το βράδυ στην καραντίνα που την πέρασε στο σπίτι της Μαρίζας αποφάσισε πως η ζωή ήταν πολύ μικρή για να φοβάται και να της αντιστέκεται.


Copyright 
Βούλα Αντωνίου
20/12/20

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!