Συνέντευξη με τη λογοτέχνιδα Σταματία Καραγεωργίου-Πάτιστα - ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2020

Συνέντευξη με τη λογοτέχνιδα Σταματία Καραγεωργίου-Πάτιστα - ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ




Ο «ΚΕΦΑΛΟΣ - Το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς» έχει ξεκινήσει μία νέα δράση με τίτλο: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ» (ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ 4ο ΤΟΜΟ γίνονται δεκτές έως τις 31/12/2020 - ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ: ΕΔΩ) και προσκαλεί όλους τους Λογοτέχνες, Ποιητές και Συγγραφείς να συμμετάσχουν σ' αυτήν. Σκοπός της εν λόγω δράσης είναι η προβολή μέσω αφιερωμάτων και συνεντεύξεων των σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών, Ποιητών και Συγγραφέων, είτε έχουν εκδώσει κάποιο βιβλίο είτε όχι και η δημιουργία του τέταρτου τόμου της «Εγκυκλοπαίδειας των Σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών», η οποία έχει συσταθεί σε μία ανεξάρτητη ιστοσελίδα με τη μορφή ηλεκτρονικών τόμων και την έκδοση δωρεάν e-book.
Στη σημερινή μας παρουσίαση στα πλαίσια της δράσης: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ», θα σας παρουσιάσουμε τη λογοτέχνιδα, Σταματία Καραγεωργίου-Πάτιστα, η οποία συμμετέχει στην «Εγκυκλοπαίδεια Σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών» και απάντησε στις ερωτήσεις του Δημοσιογράφου, Λογοτέχνη και Εκδότη του Περιοδικού Κέφαλος, κ. Πλούταρχου Πάστρα, για το λογοτεχνικό της έργο, τα βιβλία και τη λογοτεχνία. 


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗ ΣΤΑΜΑΤΙΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ-ΠΑΤΙΣΤΑ


1. Αν έπρεπε να δώσετε έναν ορισμό για τη λογοτεχνία, ποιος θα ήταν αυτός;

Φάρος της ζωής, έτσι τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι. Όπως έχει πει ο Σάδερλαντ, «υπάρχουν φορές που η λογοτεχνία μιμείται τη ζωή και φορές που η ζωή μιμείται τη λογοτεχνία». Σ’αυτή την περίπτωση, η λογοτεχνία οφείλει να είναι σε θέση να δώσει στη ζωή πρότυπα για να μιμηθεί, δρόμους ν’ακολουθήσει. Έχει χρέος να γίνεται φάρος.

2. Τι μπορεί να προσφέρει η λογοτεχνία στο σύγχρονο άνθρωπο;

Αυτό που μπορούσε να προσφέρει πάντα: όχι απλά να ομορφύνει τη ζωή, αλλά και τη σκέψη του. Κι ακόμα, έμπνευση και πρότυπα για να ακονίσει το πνεύμα του, να ποτίσει τις ρίζες του, να δυναμώσει τα φτερά του. Αυτή η προσφορά της λογοτεχνίας είναι μια προσφορά κοινωνική. Αν ένας από μας γίνει καλύτερος, η κοινωνία γίνεται αυτόματα μια στάλα καλύτερη.

3. Η ποίηση στις ημέρες μας δεν έχει τη θέση που κατείχε παλαιότερα. Για ποιο λόγο πιστεύετε πως συμβαίνει αυτό και πως θεωρείτε ότι θα είναι το μέλλον της;

Ίσως η βιαστική κι ανελέητη καθημερινότητα να μας έχει υποτάξει σε μια αντίληψη πεζή, και η αυξημένη χρήση της τεχνολογίας να μας κάνει βιαστικούς κι επιδερμικούς, μονάδες που επικοινωνούν κωδικοποιημένα και δεν αφιερώνουν χρόνο για να ωριμάσει η σκέψη, κάτι που η ποίηση απαιτεί με τον συνοπτικό και συμβολικό λόγο της. Ωστόσο, δεν μπορώ να φανταστώ έναν κόσμο χωρίς ποίηση.

4. Και τώρα μία δύσκολη ερώτηση. Τι σημαίνει για σας ποίηση;

Μια ιδιαίτερη μορφή δημιουργίας που έχει την ικανότητα με λίγες λέξεις με μεστά νοήματα να διαπερνά το παραπέτασμα του υλικού φθαρτού κόσμου και να μας κάνει κοινωνούς της τελειότητας και του αιώνιου, να μας εισάγει σ’ αυτή την πανάρχαια αναζήτηση του ανθρώπου. 

5. Πότε ξεκινήσατε ν’ ασχολείστε με την τέχνη του λόγου και ποιος ήταν ο λόγος που σας παρότρυνε;

Ξεκίνησα μάλλον αργά, προς το τέλος της επαγγελματικής μου ζωής. Κατά καιρούς έγραφα διάφορα άρθρα, αλλά η συγγραφή ενός μυθιστορήματος ξεκίνησε από πλευράς μου ως στοίχημα και ως πείραμα. Μάλιστα ,δεν είπα σε κανέναν ότι γράφω ένα μυθιστόρημα, από φόβο μήπως τελικά δεν καταφέρω να παρουσιάσω κάτι ολοκληρωμένο. Όταν ολοκληρώθηκε το πρώτο αυτό έργο, το έδωσα σε κάποιους φίλους που τους άρεσε κι έτσι τόλμησα να προχωρήσω στην έκδοση. Η αποδοχή που είχε από τους αναγνώστες ήταν το κίνητρο για να συνεχίσω.

6. Γιατί γράφετε;

Τα κίνητρα για να ασχοληθεί κανείς μπορεί να είναι ποικίλα. Για άλλους είναι η ανάγκη καταγραφής του εσωτερικού τους κόσμου ή του εξωτερικού τους περιβάλλοντος, για άλλους μια ψυχοθεραπεία, για άλλους η παροχή πληροφόρησης σε διαφόρους τομείς. Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι σε όλες τις περιπτώσεις είναι μια εσωτερική ή εξωτερική ανάγκη.
Για μένα αυτή η ανάγκη εκφράζεται ως επικοινωνία, ανάγκη να μοιραστώ τόσο αυτό που έχω να δώσω, όσο κι αυτό που ο αναγνώστης επίσης έχει να δώσει. Γράφεις γιατί έχεις κάτι να πεις, γράφεις όσο έχεις κάτι να πεις σ’ αυτόν τον ατέρμονο «διάλογο» συγγραφέα-αναγνώστη.

7. Ποια είναι η πηγή της έμπνευσής σας; 

Η ίδια η ζωή, εμείς, με τα πάθη μας, τα λάθη μας, αλλά και το μεγαλείο μας.  Είναι στοίχημα για μένα να ψάχνω μέσα στη σωρεία παθών αυτό το μεγαλείο και να το μοιράζομαι.

8. Με ποιο λογοτεχνικό είδος ασχολείστε περισσότερο;

Ασχολούμαι κατά κύριο λόγο με το μυθιστόρημα. Θεωρώ, μάλιστα, ότι οι ήρωες χρειάζεται να τοποθετηθούν στον χωροχρόνο τους, καθώς αναπόφευκτα ο κοινωνικός και ιστορικός περίγυρος, επιδρά στον χαρακτήρα, στις προσλαμβάνουσες, στις αποφάσεις μας. Έτσι τα μυθιστορήματά μου αποκτούν μια μικρή ή μεγάλη δόση ιστορίας. Το πλεονέκτημα του ιστορικού μυθιστορήματος για τον αναγνώστη είναι ότι μαθαίνει τα ιστορικά δρώμενα με τρόπο ζωντανό, εύληπτο και ευχάριστο. Η δυσκολία για τον συγγραφέα είναι ότι φέρει ακέραια την ευθύνη της ακριβούς παράθεσης της ιστορίας, κάτι που απαιτεί εκτεταμένη έρευνα, κι όχι μόνο σε έντυπες πηγές και ιστορικά ή κρατικά αρχεία. Οι άνθρωποι είναι αυτοί οι οποίοι μεταφέρουν το συναίσθημα και γίνονται οι «διερμηνείς» των γεγονότων. Εκτός από τη μελέτη, λοιπόν, οι προσωπικές συνεντεύξεις αποτελούν ένα ακόμα εργαλείο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στα έργα μου μεταφέρονται οι βιογραφίες τους. Όμως το συναίσθημα που μεταφέρουν, η αντίδρασή τους στα γεγονότα, ο τρόπος που βίωσαν τις καταστάσεις, γίνεται για μένα όχι απλά πηγή έμπνευσης, αλλά ένα «σχολείο» που κανένα βιβλίο δεν μπορεί να σου διδάξει.


9. Μιλήστε μας για το λογοτεχνικό σας έργο.

Μέχρι τώρα έχουν δημοσιευθεί τα εξής:1)ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΡΠΟΥΣ ΤΗΣ ΑΚΑΚΙΑΣ, μυθιστόρημα, εκδ. ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΛΠΙΣ, 2) Ο ΞΥΛΙΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, ιστορικό μυθιστόρημα, εκδ. ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ 3) ΚΟΝΙΤΣΑ, στα αγιασμένα αχνάρια του Αγίου Παϊσίου, βιογραφία έκδοσης Δήμου Κόνιτσας, που έχει μεταφραστεί και στα ρωσικά, 4)το ιστορικό της -χιλίων χρόνων ζωής- Ιεράς Μονής Σταγιάδων Καλαμπάκας κι ακόμη, 5) έχω επιμεληθεί τη λογοτεχνική απόδοση της μετάφρασης στα ελληνικά του μυθιστορήματος του Henri Guenot με τίτλο «FELYNIS».
Το διήγημα που τιτλοφορείται «Με άσπρη κιμωλία», όπως και η μεταφορά του στο ομώνυμο θεατρικό, βραβεύθηκαν το 2017 από τον Ε.Π.Ο.Κ. στα πλαίσια του 8ου Παγκόσμιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού. Τέλος, πολλά άρθρα έχουν δημοσιευθεί σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά.

10. Πείτε μας λίγα λόγια για το τελευταίο σας βιβλίο που έχει τίτλο: «Ο ΞΥΛΙΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ». 

Πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα που πραγματεύεται την άγνωστη και θλιβερή ιστορία της Βορείου Ηπείρου. «Η ιστορία δεν είναι μαύρα σημάδια σε λευκό χαρτί, δεν είναι το κατεβατό που απομνημονεύουμε για να περάσουμε την τάξη. Η ιστορία είναι ζωντανή, είναι ματωμένες ανθρώπινες μνήμες.» Μέσα από αυτήν την οπτική, με πρωταγωνιστή έναν ξύλινο σταυρό, ξεδιπλώνεται η πλοκή από τη διχοτόμηση της Ηπείρου μέχρι τις μέρες μας, σε μια διαδρομή που λιμνάζει μπερδεμένη στα γρανάζια των διπλωματικών σκοπιμοτήτων και της πολιτικής παραμένοντας ατέλειωτη. Ίσως γι’ αυτό η διήγηση μοιάζει κι αυτή να μην έχει τέλος. Επιχειρώντας να θέσει στον αναγνώστη ένα ζωντανό δίλημμα και την ευθύνη της προσωπικής του επιλογής, τον προσκαλεί –ή, αν θέλετε, τον προκαλεί- να επιλέξει ο ίδιος το τέλος που θα ‘θελε να δώσει. Όχι τόσο στο βιβλίο και  την πλοκή του, όσο στην ίδια την Ιστορία…

11. Ποια είναι η αγαπημένη σας ώρα μέσα στην ημέρα που κάθεστε και γράφετε;

Το πρωί με νέες δυνάμεις, καθαρό μυαλό και συνεχή ποιοτικό χρόνο.

12.  Πως είναι η ζωή ενός λογοτέχνη στα χρόνια της κρίσης;

Για έναν λογοτέχνη κάθε εποχή είναι πηγή έμπνευσης και αντικείμενο μελέτης. Θα έλεγα πως «δουλειά» του είναι να παρατηρεί. Παρατηρεί καταστάσεις, αντιδράσεις, ανθρώπινες ψυχολογίες και συμπεριφορές κι έτσι διαμορφώνει τους ήρωές του. Μάλιστα, οι δύσκολες εποχές είναι αυτές που «προσφέρονται» περισσότερο, δίνοντάς του πλούσιο υλικό. Στις δύσκολες εποχές τα πάθη γίνονται πιο έντονα, αλλά και το μεγαλείο πιο ξεχωριστό.

13. Ποιο θεωρείτε πως είναι το μυστικό της επιτυχίας ενός Best Seller;

Θα μπορούσα να πω κυνικά το καλό marketing. Αλλά αυτό είναι μόνο η μισή αλήθεια. Ο κόσμος του βιβλίου ως εμπορική επιχείρηση στηρίζεται ασφαλώς στις οικονομοτεχνικές αρχές. Ωστόσο, από τη δική μου οπτική, η επιτυχία ενός βιβλίου δεν θα κριθεί τόσο από τις τρέχουσες πωλήσεις, όσο από την αγάπη των αναγνωστών. Ο αναγνώστης είναι το αλάνθαστο κριτήριο κι έχει τον τελευταίο λόγο. Είναι μεγάλο πράγμα για έναν συγγραφέα να δει το έργο του σε όλες τις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων, αλλά είναι πολύ μεγαλύτερη τιμή, η φήμη του βιβλίου του να κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα. Τότε μόνον μεταγγίζεται στον χρόνο.

14. Αν έπρεπε να επιλέξετε ανάμεσα στο έντυπο ή στο ηλεκτρονικό βιβλίο, εσείς ποιο θα επιλέγατε; 

Το ηλεκτρονικό βιβλίο φαίνεται να κερδίζει έδαφος κι έχει ασφαλώς τα πλεονεκτήματά του. Ωστόσο, στον τομέα της λογοτεχνίας το ζητούμενο δεν είναι η σκέτη πληροφόρηση. Όσον αφορά στη λογοτεχνία, το βιβλίο είναι αγάπη, γίνεται συντροφιά, πηγή έμπνευσης, φάρος και οδηγός. Κι αυτό ο αναγνώστης το προσλαμβάνει καλύτερα όσο περισσότερες αισθήσεις αναμιχθούν στην πρόσληψη. Εκτός από την ανάγνωση, το ξεφύλλισμα, η μυρωδιά των τυπωμένων σελίδων, η δυνατότητα να ανατρέξεις σ’ ένα αγαπημένο απόσπασμα, η υπογράμμιση ή η σημείωση μιας σκέψης στο περιθώριο, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της όλης διεργασίας και της απόλαυσης που προσφέρει το διάβασμα.

15.  Ποια συμβουλή θα δίνατε σ’ ένα νέο λογοτέχνη;

Τα καλά λόγια είναι ευπρόσδεκτα, μας χαϊδεύουν τα αυτιά, αλλά οι αρνητικές κρίσεις είναι αυτές που μας βοηθούν να βελτιωνόμαστε. 
Η συνήθης συμβουλή που όλοι δίνουμε σ έναν νέο συγγραφέα, είναι να συνεχίσει να γράφει, ακόμα κι αν οι κριτικές είναι κακές. Εγώ θα τον συμβούλευα να το δει ανάποδα. Ας κοιτάξει μέσα του με ειλικρίνεια κι ας ερευνήσει τους λόγους για τους οποίους γράφει. Αν οι λόγοι αυτοί πηγάζουν πράγματι από μέσα του, να συνεχίσει να γράφει. Αν ανακόψουν τον δρόμο του κακές κριτικές, να τις εκλάβει ως προικιό. Δεν εννοώ να προσαρμόσει τη γραφή του με βάση αυτές. Ποτέ. Εννοώ να τις σκεφτεί μια προς μία και να απομυζήσει ταπεινά και προσεκτικά ό, τι καλύτερο έχουν να του δώσουν.

16. Τώρα ας περάσουμε στην πλευρά του αναγνώστη. Ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διαβάσατε;

«Οι πύλες της φωτιάς» του Στήβεν Πρέσφιλντ, μια εξαιρετικά διεισδυτική λογοτεχνική ματιά στην εποχή των περσικών πολέμων με επίκεντρο τη μάχη των Θερμοπυλών. Πραγματικά ό Πρέσφιλντ κατορθώνει να σε μεταφέρει στην εποχή, στο ίδιο το πεδίο της μάχης.

17. Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Οι της κλασσικής λογοτεχνίας θα έχουν πάντα περίοπτη θέση στις προτιμήσεις μου, όπως και της ποίησης. Αγαπημένοι, επίσης, κάποιοι που έχουν ασχοληθεί με το καλό ιστορικό μυθιστόρημα, όπως ο Μανφρέντι, ή από Έλληνες η Λαμπαδαρίδου, η Διδώ Σωτηρίου, ο Τερζάκης ή ο πολύ δικός μας (Θεσσαλονικιός εννοώ) Ισίδωρος Ζουργός. 
Απ’τους παλιούς μου συναδέλφους ο Γιώργος Κιουρτίδης κι ο Γιώργος Μάνος έχουν κάνει πολύ ωραίες δουλειές. Από τους σύγχρονους ξένους συγγραφείς έχω ξεχωρίσει τον Ντενί Γκετζ, τον Κάζουο Ισιγκούρο, τον Ζάουμε Γκαμπρέ, τον Άντονι Ντορ.
Αν εξαιρέσουμε τη λογοτεχνία, η μελέτη της Ιστορίας καταλαμβάνει μεγάλο κομμάτι των ενασχολήσεών μου, κάτι που είναι ευχαρίστηση, αλλά και ανάγκη, όπως εξήγησα. Ακόμη, εξαιρετικό πλούτο προσφέρουν οι πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Ιερός Αυγουστίνος, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Άγιος Μάξιμος.

18. Ποια είναι τ’ αγαπημένα σας βιβλία;


Αναπόφευκτα τα ιστορικά αναγνώσματα είναι εξ ορισμού αγαπημένα. Η ποίηση, βέβαια, δεν λείπει ποτέ, και μπορούμε να υπερηφανευόμαστε ότι οι δικοί μας Σεφέρης, Παλαμάς, Ελύτης κ.α., σε «αναγκάζουν» να ανατρέχεις συχνά σ’αυτούς. Από τα πολύ αγαπημένα της λογοτεχνίας το «Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε» του Άντονι Ντορ, «Ο κόσμος της Σοφίας» του Γκάαρντνερ, «το θεώρημα του παπαγάλου» όπως και «Τα αστέρια της Βερενίκης» του Ντενί Γκέτζ, «Το ποτάμι είναι πλατύ» του Πατ Κόνροϊ, «Χιλιάδες μίλια προς τον τόπο της καρδιάς» του Κλάους Κένεθ, «Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά» του Λεονάρδο Παδούρα, «Τα απομεινάρια μιας μέρας» του Κάζουο Ισιγκούρο, «Λουλούδια για τον Άλγκερνον» του Ντάνιελ Κέϊς. Για να μην υποτιμούμε την ελληνική λογοτεχνία, θα ξεχωρίσω τα «Ματωμένα χώματα» της Διδώς Σωτηρίου,  το «’55» του Κοροβίνη, το «Ημέρες οργής» του Πέτρου Χάρη, «Το όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα» του Άρη Φακίνου, το «Λίγες και μια νύχτες» του Ζουργού.  Και για να ελαφρύνουμε λίγο το κλίμα,  το «Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα» του Γκράχαμ Γκρήν και το «Σάγκα» του Τονίνο Μπενακουΐστα με έκαναν να γελάσω με την ευφυή πλοκή τους.

19. Τελευταία ερώτηση. Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια στο χώρο της λογοτεχνίας;

Πασχίζω να ολοκληρώσω το βιβλίο που γράφω τώρα και που μου πήρε αρκετό χρόνο ήδη, καθώς τόσο η θεματολογία του που απαιτεί εκτεταμένη έρευνα, όσο και οι εμβόλιμες ομιλίες και παρουσιάσεις που προγραμματίζονται, έχουν μεταθέσει κατά πολύ το «ΤΕΛΟΣ». Όταν φτάσει στο τυπογραφείο, τότε μπορώ να πω ότι θα ξεκινήσω το επόμενο που ήδη υπάρχει σαν σκέψη.


*     *     *



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΡΠΟΥΣ ΤΗΣ ΑΚΑΚΙΑΣ
(της Σταματίας Καραγεωργίου-Πάτιστα


-Υπάρχουν δυο ουρανοί, καπετάνιο μου, είπε ήρεμα η Ευγενία. Ένας πάνω μας κι ένας μέσα μας. Εσύ, για ποιόν απ’ τους δυο μιλάς;
Εκείνος, με μια ανεπαίσθητη κίνηση, σήκωσε τα βλέφαρα και την κοίταξε καχύποπτα με την άκρη του ματιού.
-Γι’ αυτόν, επάνω, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, συνέχισε εκείνη σηκώνοντας το βλέμμα ψηλά. Αυτός βρέχει όποτε θέλει. Αλλά, στον ουρανό που κουβαλάμε μέσα μας, είναι στο χέρι μας να ‘χουμε ξαστεριά.

Η «Ευγενία» είναι από κείνους τους ανθρώπους που δείχνουν τόσο απλοί κι ασήμαντοι, ώστε περνούν απαρατήρητοι. Θεωρούνται γραφικοί, ιδιόρρυθμοι ή χαζούληδες και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν πρότυπα ζωής. Τους δίνουμε τόση σημασία όση και σ’ ένα άχρηστο ακατέργαστο χαλίκι. Αυτοί όμως κατεργάζονται μυστικά την ταπείνωση και την αγιότητα ώστε να μετατρέψουν την ψυχή τους σε καλοδουλεμένη ψηφίδα που εφαρμόζει τέλεια στο υπέρλαμπρο ψηφιδωτό του ουρανού.
Η ιστορία της Ευγενίας προστίθεται σιγά-σιγά με φόντο τα δύσκολα χρόνια της κατοχής, του εμφυλίου πολέμου και της μεταπολεμικής Ελλάδας. Όχι όμως σαν ένα κουβάρι που ξετυλίγεται με χρονική σειρά, αλλά σαν λεπτοδουλεμένο μωσαϊκό με τις  πολύχρωμες ψηφίδες να τοποθετούνται με σειρά που, ίσως να φαίνεται τυχαία. Οι ψηφίδες μια-μια χωριστά, ίσως να μοιάζουν –όπως και η ηρωίδα- με ακατέργαστες πετρούλες. Μόνο όταν τοποθετηθούν στη θέση τους, αποκαλύπτουν την ομορφιά της συνολικής εικόνας. Την ομορφιά μιας ψυχής που αγάπησε τον Θεό βαθιά, πλατιά, ακραία και πάλεψε γι’ αυτήν τη ξαστεριά, του ουρανού που κρύβουμε μέσα μας. 
Κοντά σ’ αυτήν, η Άννα, μια ιστορία παράλληλη, ένα άλλο πνεύμα, μια άλλη εποχή. Ένας εκφραστής του σύγχρονου καιρού, ακόλουθος ενός κυρίαρχου «εγώ» που έχει ταυτίσει με την έννοια της ελευθερίας. Κι όμως μένει μια ευαίσθητη ψυχή που αποζητά μια άπιαστη, θαμμένη αλήθεια. Τι έχει να πει μια Ευγενία σ’ έναν άνθρωπο του σήμερα, που η ταπείνωση του μοιάζει με ηττοπάθεια, η αγάπη είναι έννοια σχετική κι η υπομονή μια κακιά συνήθεια; Άραγε οι δυο τους θα συναντηθούν ποτέ; Πόσο μακριά μπορούν να φτάσουνε οι στεναγμοί μιας Ευγενίας;

Στην αρχή κάθε κεφαλαίου ένας στίχος απ’ τη Σοφία Σειράχ δίνει το στίγμα, εισάγοντας σ’ αυτό τον αναγνώστη. Η επιλογή αυτή έγινε γιατί βρίσκω πολλές ομοιότητες εκείνης της εποχής με τη δική μας.

Ο υιός Σειράχ, ένας άνθρωπος που ζήτησε απ’ το Θεό σαν δώρο τη σοφία, τη χρησιμοποιεί για να στηρίξει και να διδάξει το λαό. Ένα λαό που ζει σε κατάσταση δύσκολη και παρακμιακή, όπως οι Ισραηλίτες τότε. Όπως η Ελλάδα του σήμερα, που βιώνει κι αυτή μια εποχή σε παρακμή, υπό οικονομική κατοχή, έχει ανάγκη από έναν Σειράχ που να καλέσει τον λαό να επιστρέψει σε τούτη τη Θεία Σοφία. 




Βιβλιοπαρουσίαση «Ο ΞΥΛΙΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ»
(της Σταματίας Καραγεωργίου-Πάτιστα

«Είναι κάποιες μνήμες που δεν ξεχνιούνται… Γιατί δε γράφονται στο νου. Σα πυρωμένο σίδερο πληγώνουν την καρδιά, ως να αφήκουν πάνω της ανεξίτηλο σημάδι. Υπάρχουν μνήμες που, άδικα προσπαθείς, ποτέ δε θα μπορέσεις να τις σβήσεις…
Το ξέρω, φούλα μου, γιατί κι εγώ μια τέτοια κουβαλώ. Αυτή είναι που οδηγάει τη ζωή μου. Όσο κι αν θέλω να τη σβήσω, δεν μπορώ. Το πυρωμένο της αχνάρι στην καρδιά πάντα θα μαρτυρεί για με, ποιά είμαι, πού ανήκω…» (απόσπασμα από το βιβλίο «Ο ΞΥΛΙΝΟΣ ΣΤΑΥΡΌΣ»)

Η ιστορία δεν είναι μαύρα σημάδια σε λευκό χαρτί. Η ιστορία είναι ζωντανή. Είναι ανθρώπινες ματωμένες μνήμες… Αυτήν τη θεμελιώδη αλήθεια επιχειρεί να μας θυμίσει το ιστορικό μυθιστόρημα με τίτλο «Ο ΞΥΛΙΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ». Μέσα από τις περιπέτειες των ηρώων η συγγραφέας Σταματία Καραγεωργίου-Πάπιστα αφήνει να ξεδιπλωθεί ένα άγνωστο -για τους πολλούς- κομμάτι ελληνισμού. Το βιβλίο πραγματεύεται την ξεχασμένη ιστορία της Βορείου Ηπείρου, που λιμνάζει μπερδεμένη στα γρανάζια των διπλωματικών σκοπιμοτήτων και της πολιτικής, παραμένοντας ατέλειωτη. 
Στο ξεδίπλωμα του εκατόχρονου δράματος πρωταγωνιστής γίνεται ένας ξύλινος σταυρός. Ένας σταυρός που δεν έχει τίποτε ξεχωριστό, ούτε ακριβό υλικό, ούτε ιδιαίτερη ομορφιά, ούτε απαράμιλλη τέχνη, ένας άτεχνος σταυρός, φτιαγμένος απ’ τ' άγουρα χέρια ενός παιδιού. Καθώς περνά από χέρι σε χέρι, από εποχή σε εποχή, αποκαλύπτει στον αναγνώστη τις τραγικές διαδρομές των ηρώων. Καθένας απ' τους κατόχους, ακουμπώντας πάνω του, αφήνει κάτι δικό του: το αίμα, τον ιδρώτα, την πίκρα, το δάκρυ του. Ο σταυρός φορτώνεται όλο αυτό το φορτίο προσφέροντας για αντάλλαγμα δύναμη, παρηγοριά κι ελπίδα. Μέσα από ματωμένα ιστορικά μονοπάτια κουβαλά το φόρτωμα για να το φέρει ως τις μέρες μας και να το αποθέσει ενώπιόν μας. Σε μια δεύτερη ανάγνωση, αυτός ο φτηνός σταυρός θα μπορούσε να είναι η ίδια η Ελλάδα ανάμεσα στους ισχυρούς της γης, αλλά κι ο καθένας από μας, που παραμένει ατελής, ανήμπορος κι άλλοτε παραπεταμένος. Κι όπως η δύναμη του πηγάζει όχι απ’ το υλικό αλλά απ’ το ίδιο το σύμβολο, έτσι κι εδώ, η δύναμη, εγγύηση του κατασκευαστή-Θεού, προβάλει απρόσμενα ως κίνηση ψυχής.
Αν, πράγματι, κάθε βιβλίο είναι ένα ταξίδι, «Ο ΞΥΛΙΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ» γίνεται ταξίδι σε άγνωστα νερά. Η έξωθεν επιβεβλημένη διχοτόμηση της ενιαίας Ηπείρου, το διπλωματικό παρασκήνιο, η μαζική αντίσταση του απανταχού ελληνισμού παρά τις διεθνείς απαγορεύσεις, η κατοχύρωση της Αυτονομίας, οι πληγές της Μειονότητας που ζει ακόμα εκεί, είναι πελάγη αταξίδευτα για τους σύγχρονους Έλληνες. Η συγγραφέας κατορθώνει να χαρίσει στον αναγνώστη αυτό το κομμάτι ιστορικού πλούτου με τρόπο που να είναι εύληπτος και ευχάριστος, ζωντανεύει τα γεγονότα με εικόνες, ήχους και μυρωδιές διατηρώντας, παράλληλα, απόλυτο σεβασμό στην ιστορική αλήθεια. 
Ο τρόπος που εναλλάσσεται η πρωτοπρόσωπη με την τριτοπρόσωπη γραφή, μεταφέρει η αίσθηση ότι πρόκειται για ένα διάλογο μέσα στον ιστορικό χρόνο. Είναι η ίδια η Βόρειος Ήπειρος που μιλά, είναι η ίδια η Ελλάδα που απαντά. Μόνο το τελευταίο μέρος του αποτελεί εξαίρεση, μη υπακούοντας στη δομή αυτή. Στο κομμάτι αυτό που διαδραματίζεται στην σύγχρονη εποχή, μιλά μόνο η Βόρειος Ήπειρος. Η Ελλάδα τηρεί σιγή. Σωπαίνει και η σιωπή της είναι εκκωφαντική. Η Ελλάδα με τη μνήμη την κοντή. Όμως, όπως λέει κάποια από τις ηρωίδες, υπάρχει κι η άλλη Ελλάδα, που θυμάται, που αγαπά, ακόμα κι αν, κάποιες φορές, όπως στις μέρες μας, μοιάζει ξεχασμένη και κακότεχνη σαν τον πρωταγωνιστή ξύλινο σταυρό.

Μέσα από τις σελίδες επιχειρείται η ανάσταση της κουτσουρεμένης ιστορικής μας μνήμης, «για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός», όπως λέει κι ο Σεφέρης. Ίσως γι’ αυτό η διήγηση μοιάζει να μην έχει τέλος. Φέρνοντας τον αναγνώστη ενώπιον των ευθυνών του, τον προσκαλεί ή –καλύτερα- τον προκαλεί να διαλέξει ο ίδιος το τέλος που θα ‘θελε να δώσει. Όχι τόσο στο βιβλίο και την πλοκή του, όσο στην ίδια την Ιστορία…




Με άσπρη κιμωλία
(της Σταματίας Καραγεωργίου-Πάτιστα)

Β’ Βραβείο Διηγήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ε.Π.Ο.Κ.

-Ρε! Είντα’ν που έκατσες τζαμέ;
Ο Μάνθος αιφνιδιάστηκε κι έριξε μια ματιά στην τάξη. Πού έπρεπε να καθίσει; Δεν υπήρχε άλλη άδεια θέση, εκτός από ένα τελείως ξεχαρβαλωμένο θρανίο στο πίσω μέρος. Αλλά το αγόρι στο απέναντι θρανίο επέμενε να τον κοιτάζει με βλέμμα βλοσυρό:
- Ποιος σου είπεν να κάτσεις δαμέ; Τούτη εν η θέση του Βαγορή!
-Άης τον, ρε Γιαννή, εν έσιει άλλην όφκερη θέση, μουρμούρισε ο διπλανός του. Έτσι τζι’ αλλιώς ο Βαγορής εν θα στραφεί πίσω...
-Εν να στραφεί! Εν να λευτερωθούμε τζαι εν να στραφεί, ακούεις; φώναξε το παιδί απ’ απέναντι. Εν θα πιάσει τη θέση του τούτος ο… ο τουρκομερίτης!
Αν δεν ήταν ολόκληρο παλληκάρι 17 χρονών, θα ‘φευγε βάζοντας τα κλάματα. «Η Κύπρος είναι τουρκική!» αντήχησαν στ’ αυτιά του τα ουρλιαχτά του αγριεμένου πλήθους. «Πρώτα το βιός σας, ύστερα η ζωή σας!» αλαλάζανε ορμώντας σ’ ό,τι ήταν ρωμέϊκο με ρόπαλα στα χέρια και δαυλούς ασετυλίνης. Φτάνει πια! Τι ήθελε η μάνα του και τον έφερε σ’ αυτόν τον τόπο που ήταν η … η αιτία του κακού; Γιατί δεν πήγανε στην Αθήνα με τον θείο Στέφανο; 
-Ανδρέας, του συστήθηκε ο διπλανός του παραμερίζοντας την κυπριακή διάλεκτο, σε μια προσπάθεια ν’ αλλάξει την αρνητική αίσθηση που γέμισε την ατμόσφαιρα η επίθεση του Γιάννη. 
»Μη δίνεις σημασία, φίλος είναι κι αγωνιά.
-Ποιός; ρώτησε ο Μάνθος ανόρεχτα, έτσι, για να πει κάτι.
-Ο Ευαγόρας, αυτός που καθόταν εδώ· ο Βαγορής είναι ο ποιητής της τάξης. Τι λέω, του σχολείου, της Πάφου ολόκληρης! Χθες έφυγε για το βουνό, ψιθύρισε ο Ανδρέας μ’ ένα κρυφό καμάρι. Πέρασε πια στη δράση της ΕΟΚΑ!
Ποια ΕΟΚΑ; Ποιο βουνό; Τι κάθεται και λέει τούτος; Τι ξέρουνε αυτά τ’ αγριοκάτσικα απ’ όσα τράβηξε εξαιτίας τους; Όλα διαλύθηκαν μέσα σε μία μόνη νύχτα… Το βιός τους σκόρπισε σε μικρά κομμάτια στο καλντερίμι του Μεγάλου Δρόμου… Εκείνον ποιος τον ρώτησε αν ήθελε να τον σύρουν ως εδώ να ζήσει απ’ την ελεημοσύνη του παππού;  «Η Κύπρος είναι τουρκική», βούιξε πάλι η ιαχή, «σκοτώστε τους Έλληνες» αντήχησε σαν τσίμπημα μέσ’ στην καρδιά. Δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτα για την Κύπρο!
Πού τα θυμήθηκε τώρα αυτά… Κούνησε το κεφάλι μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο στη ανάμνηση κείνης της μέρας. Της πρώτης στο νέο σχολείο, στη «νέα πατρίδα», όπως έλεγε η μάνα του. 
Δικιά της πατρίδα! Ο Μάνθος δεν ήθελε να ’χει σχέση μ’ αυτήν. Αυτός ήταν Πολίτης, σαν τον πατέρα του. Τον πατέρα που οι Τούρκοι έστειλαν εξορία στα τάγματα εργασίας για ν’ αποπληρώσει το αβάσταχτο βαρλίκ βεργκισί. Ήταν πέντε χρονών όταν τον πήραν, για να μη γυρίσει ποτέ… Πέντε χρονών! Δεν τον θυμάται. Το πρόσωπό του ήταν μια φωτογραφία στη σερβάντα. Τώρα πια χάθηκε κι αυτή, όπως χάθηκαν όλα… Ο παππούς ο Πολίτης δεν άντεξε όταν είδε διαλυμένο το μαγαζί. Τον πρόδωσε η καρδιά. Σε λίγες μέρες «έφυγε» να συναντήσει τον πατέρα. Κι έτσι χάσανε και το τελευταίο στήριγμα. Εδώ που τα λέμε, τι να ‘κανε η μάνα του; Πώς θα μπορούσε αυτή χήρα μ’ ένα παιδί να ξαναστήσει ολόκληρη ζωή απ’ το μηδέν ολομόναχη στην Πόλη… Τα μάζεψε και ήρθε στους δικούς της, στην Πάφο. «Απ’ τους Τούρκους οι Άγγλοι θα ’ναι καλύτεροι», είπε. Καταραμένη ώρα! Στην Πόλη τους ρημάξανε γιατί ήταν Έλληνες! Κι αυτή τον έφερε εδώ για να τον πουν «τουρκομερίτη»! Τον ρώτησε κανείς τι πέρασαν όλους αυτούς τους μήνες, ώσπου να καταφέρουνε να φύγουνε; Πού έμειναν κι αν κοιμήθηκαν από κείνο τον Σεπτέμβρη που είδαν τη ζωή τους την ίδια να σκορπάει και να τσαλαπατιέται; «Η Κύπρος είναι τουρκική», βούιξε πάλι η ιαχή στ’ αυτιά του…
Ο Ανδρέας μιλούσε για την ΕΟΚΑ ασταμάτητα κι εκείνος ήθελε να του φωνάξει: «Παράτα με κι εσύ!» Ευτυχώς, μία στιγμή και μόνη πριν ανοίξει το στόμα του, ο Ανδρέας έγειρε προς τη μεριά του το βιβλίο της Ιστορίας για να του δείξει τους στίχους που ο Ευαγόρας είχε σημειώσει στο περιθώριο· το ’χε συνήθειο να γράφει στιχάκια παντού, όχι μονάχα στα δικά του τετράδια και βιβλία: 
Για να σε δω ελεύθερη και χιλιοδοξασμένη,
δεν θα διστάσω, Κύπρο μου, να πέσω στη φωτιά…
Δεν μίλησε. Τουλάχιστον, αυτός που έγραψε αυτούς τους στίχους στο χαρτί, τους είχε κάνει πράξη· είχε πέσει στη φωτιά. Θυμήθηκε τον Βαλαγιάννη, τον καθηγητή Ιστορίας στο Ζωγράφειο, που όλο προσπαθούσε να ξυπνήσει μέσα τους μια τέτοια φλόγα και χρησιμοποιούσε υπονοούμενα, από φόβο μην μυριστεί τίποτα ο Τούρκος υποδιευθυντής. 
Δύσκολες που ήταν εκείνες οι πρώτες μέρες… Τα άλλα παιδιά μαζεύονταν παρέες-παρέες στα διαλείμματα και ψιθυρίζανε τα κατορθώματα της ΕΟΚΑ μ’ ενθουσιασμό που δεν μπορούσε να κρυφτεί, τις ενέδρες, τις επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα, τις βόμβες που έσκαγαν παντού σ’ ολόκληρη τη Κύπρο κι αναρωτιόντουσαν σε ποιό απ’ αυτά είχε πάρει μέρος ο Ευαγόρας. Οι στίχοι του έφταναν ακόμα κι από το βουνό, κυκλοφορούσαν κι αντιγράφονταν από τετράδιο σε τετράδιο και ψιθυρίζονταν στα «πηγαδάκια» της αυλής. Μα όταν πλησίαζε ο Μάνθος, οι κουβέντες κόβονταν μαχαίρι.  Ήταν «τουρκομερίτης», ήταν ξένος…
Κι ύστερα άλλαξαν όλα. Ούτε δέκα μέρες δεν είχαν περάσει ως εκείνο το πρωί που στο σχολείο δεν φάνηκε κανείς. Η ΕΟΚΑ θρηνούσε τον πρώτο νεκρό. Ένα παλικάρι 23 χρονών. Κι ήταν από τα μέρη τους, ίσως να ‘χε καθίσει κι αυτός στο ίδιο θρανίο. Οι μαθητές, αποφασισμένοι να διαμαρτυρηθούν για τον χαμό του, ορμούσαν σε μια ακόμη πολυτάραχη διαδήλωση. Η μάνα του πάλι, αποφασισμένη να τελειώνει με τις εκκρεμότητες στα χαρτιά της μετανάστευσης, τον έσερνε με το λεωφορείο στη Λευκωσία. Σ’ όλο τον δρόμο ο παππούς δεν έβγαλε μιλιά. Μονάχα η μάνα του φλυαρούσε για την καημένη την Αναστασία που έχασε το μοναδικό αγόρι της.
-Μα είντα’ν που θέλεις! είπε ψιθυριστά να μην ακούσουν όσοι κάθονταν στις παραδίπλα θέσεις. Έτσι παθαίνει όποιος ανακατώνεται με τα πίτουρα. Τρώουν τον οι όρνιθες…
Τότε ο παππούς έστρεψε πάνω της ένα βλέμμα-κεραυνό.
-Σαμπώς τζαι πέρασες πολλά χρόνια στη Πόλη, κόρη μου... Τζαμέ που δεν ανακατώνουνταν, είντα’ν που εκέρτισαν; Οι τζεφαλές που σιύφκουν, εν ζαώνουν τα σίερα! Ώσπου σιύφκεις το ζινίσσιν σου, τόσο σου το πατούσιν!
Και του Μάνθου του φάνηκε σα να ψήλωσε λιγάκι ο παππούς κείνη την ώρα…
Χουχούλισε τα χέρια του που πάγωναν. Κρύος που είναι αυτός ο Μάρτης! Κρύος και υγρός. Και τότε έκανε κρύο, πώς να το ξεχάσει. Ήταν Δεκέμβρης μήνας…
Αλλά ο κόσμος δεν καταλάβαινε ούτε από κρύο, ούτε από βροχή. Είχε γεμίσει τους δρόμους, φωνάζοντας συνθήματα και τραγουδώντας «η Κύπρος μας που στέναζε τόσους αιώνες σκλάβα» για να συνοδεύσει το φέρετρο το σκεπασμένο με την ελληνική σημαία που οι Άγγλοι την έβλεπαν και τους σηκωνόταν η τρίχα. Γονάτιζε η λαοθάλασσα –χιλιόμετρα ολόκληρα- στο πέρασμα του νεκρού ήρωα κι ύστερα σηκωνόταν όρθια κι έψελνε τον Εθνικό Ύμνο με μια φωνή, που έκανε να σαλεύουνε μέχρι και τα λουλούδια που στόλιζαν το φέρετρο. Σκίρτησε και του Μάνθου η καρδιά, η ποτισμένη με χιλιάδες «μη». Στην Πόλη ποτέ δεν θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο. Εκεί όλη τους η ορμή άρχιζε και τελείωνε με λίγα πετροβολήματα που έριχναν στα Τουρκόπουλα, όταν παίζανε πόλεμο στο Σταυροδρόμι... Όχι, δεν ήταν τουρκική…
Η Λαμπρινή ήταν μέσα στην γκρίνια, γιατί τα πλήθη τής έκλειναν τον δρόμο και δεν μπορούσε να φτάσει ως το Κυβερνείο και τράβαγε τον Μάνθο να περάσουνε ανάμεσα, αλλά εκείνος μαγεμένος ακολουθούσε τον παππού που άνοιγε δρόμο για να βγει μπροστά, να γονατίσει όλα τα χρόνια του και τ’ άσπρα του μαλλιά μπροστά στο νεκρό παλικάρι. Και γονάτισε… Γονάτισε κι ο Μάνθος, ενώ αντηχούσε στο αέρα «…και στους ανέμους που φυσούν η φλόγα της φουντώνει και φλέγεται στης μάνας της τους κόρφους να ριχτεί…» Θύμωσε –φαίνεται-ο Harding που άλλο τραγούδι δεν καταλάβαινε παρά μονάχα αυτό που κροταλίζαν τα τουφέκια του και, όταν έφτασε η πομπή στην Πλατεία Μεταξά, τα ξαμόλησε να κροταλίσουν ενάντια στον άοπλο λαό. Μα, με κάθε κροτάλισμα γινόταν πιο ορμητικός ο χείμαρρος στους δρόμους, πιο δυνατά ακούστηκε «απ’ τα κόκαλα βγαλμένη…» κι ήρθαν τα δακρυγόνα μαζί με ρόπαλα εγγλέζικα να προσγειωθούν ανάμεσα, μήπως και πάψουν οι φωνές να φωνάζουνε «χαίρε, ω χαίρε, λευτεριά»… 
Τόσο φοβήθηκε ο Harding μην του ξανασυμβεί τέτοιο κακό, που πήρε απόφαση να φυλακίζει ως και νεκρά κορμιά. Κορμιά που του ‘χαν γίνει εφιάλτης ζωντανά, βάσανο ακόμα και πεθαμένα… Κι έτσι, άθελα κι αλόγιστα, έστησε ένα μνημείο να προσκυνούν αιώνια οι λαοί, ένα Ιερό Βήμα της Λευτεριάς. Φυλακισμένα μνήματα
Τόσο αναθάρρησε ο Μάνθος που πήρε απόφαση τη μέρα εκείνη να μην αφήσει κανέναν να του αλυσοδένει την καρδιά. Η Κύπρος δεν ήταν τουρκική! Αυτός ο αγώνας τώρα πια ήτανε και δικός του! Κι ο φόβος έγινε θυμός, θυμός που φούντωσε όταν μια σφαίρα πέρασε σύρριζα και του ‘ξυσε το μπράτσο. Ευτυχώς, δεν ήταν παρά μονάχα μια γρατζουνιά, ένα «χτάρσιμον», όπως είπε ο παππούς, που σκέπασε την πληγή να μη φαίνονται τα αίματα και τράβηξε τη μισολιπόθυμη μάνα του να φύγουν. Για το νοσοκομείο, ούτε λόγος. Καλύτερα οι Εγγλέζοι να μη μάθαιναν γι’ αυτό.
Έπιασε ασυναίσθητα το μπράτσο του κι ένα χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη. 
Τι ήταν άραγε χειρότερο, οι Άγγλοι ή η μάνα του που μόλις φτάσανε στο σπίτι και συνήλθε απ’ την τρομάρα, άρχισε τον εξάψαλμο. Κι έλεγε ότι δεν ήθελε μπλεξίματα. Ότι τον πήρε μαζί της από φόβο μην κάνει καμιά αποκοτιά και πάει στη μαθητική διαδήλωση κι αυτός πήγε και μπλέχτηκε στις φασαρίες της Λευκωσίας! Μα δεν καταλαβαίνει πως οι Άγγλοι δεν το ‘χουν τίποτα να τον κλείσουν στη φυλακή; Όλη την ώρα ο παππούς καθόταν στο τραπέζι αμίλητος και άφηνε τη Λαμπρινή να ξεσπαθώνει. Κι αυτή έλεγε, έλεγε, κι όταν κουράστηκε, ζήτησε του παππού τη συμπαράσταση:
-Πατέρα, πες κι εσύ! Πες του πώς έχει χρέος ν’ ακούει τη μάνα του!
Τότε ο παππούς ακούμπησε τα χέρια στο τραπέζι και είπε με ύφος σοβαρό: 
-Αν ο Κολοκοτρώνης άκουε την μάνα του να λαλεί κάτι τέθκια, η Ελλάδα εν νάταν ακόμα Τουρτζιά! (Τουρκιά) και, δίχως να της χαλαλίσει μια ματιά, σηκώθηκε να ρίξει ένα ξύλο στη φωτιά. 
- Είντα’ν πόνι τούτα που λαλείς, ρε πατέρα; τσίριξε η Λαμπρινή.
Μα εκείνος, αναψοκοκκινισμένος από τη φωτιά, ίσως κι από την ένταση, κάρφωσε πάνω της ένα βλέμμα αετίσιο για να πει:
- Είντα’ν πόνι τούτα που λαλείς εσύ! Το ατσάλι δήννεται με την φωθκιά! Μα είντα’ν που χαρκέσαι ότι ένει η Ιστορία; Μαύρα σημάθκια πα’ στο χαρτί; Εν μνήμες τζαι γράφουνται με το γιαίμα Χαραλάμπηδων!
Στα μάτια του Μάνθου ξαναψήλωσε ο παππούς, και τα στιχάκια του Ευαγόρα θαρρείς ζωντάνεψαν και χόρεψαν στην κάμαρα τριγύρω…
Ούτε θυμάται πώς πέρασε εκείνη η Κυριακή. Δυο βράδια δεν του κόλαγε ύπνος. Ξημέρωνε Δευτέρα και δεν είχε κλείσει μάτι. Σηκώθηκε απ’ το χάραμα κι έφυγε για το σχολείο μόλις άρχισε η κυκλοφορία, πριν καν φανεί ο μπαρμπα-Αλέκος ο επιστάτης να ξεκλειδώσει και να βγάλει, όπως συνήθιζε, την ψάθινη καρέκλα του έξω απ’ την πόρτα. Ο Μάνθος ανυπομονούσε περιμένοντας. Έκανε κρύο. Άσε που, αν τον έβλεπε καμιά περίπολος, την είχε άσχημα. Άντε να πείσει τους Εγγλέζους ότι απλά έφτασε νωρίς κι ότι δεν σκόπευε-για παράδειγμα- να κατεβάσει τη σημαία. Πρόβλημα μέγα που είχανε με τις σημαίες οι Βρετανοί… Όλο απαγόρευαν τις γαλανόλευκες κι όλο τις βλέπανε να καμαρώνουν. Όλο ανεβάζαν τις δικές τους κι όλο τις έβρισκαν λειψές. Θόλωνε κι έσβηνε μέσα του τώρα πια η φρικτή μέρα που ‘χε γεμίσει τη σκέψη του κόκκινα μισοφέγγαρα. Έλαμπε μόνο η εικόνα η προχθεσινή, με τη σημαία τη γαλανή, απλωμένη στο φέρετρο του παλικαριού. Κοίταξε χωρίς να το θέλει τον ιστό. Αντί για γαλανόλευκη, ανέμιζε το παρδαλό πανί… Το ρυθμικό βήμα της περιπόλου ακούστηκε στο πλακόστρωτο κι άφησε άγουρη την ιδέα στην καρδιά του Μάνθου, που έτρεξε να κρυφτεί στο πίσω μέρος της αυλής. Καλύτερα να ‘βρισκε τρόπο να μπει μέσα. Έσπρωξε ένα παράθυρο στην τύχη κι εκείνο άνοιξε. Σκαρφάλωσε σαν αίλουρος και πήγε ίσια στο θρανίο του να περιμένει, κι όσο περίμενε, χάζευε τα σκαλίσματα στο ταλαίπωρο φθαρμένο ξύλο. Χαμογέλασε. Σίγουρα ο Ευαγόρας κάτι πάλευε να γράψει πάνω εκεί· κάποια γράμματα σκόρπια, λέξεις σβησμένες, δυσανάγνωστες. Άνοιξε ευθύς το πρόχειρο τετράδιο και διάβασε το ποίημα τού αποχαιρετισμού. Ο Γιάννης φύλαγε μ’ ευλάβεια το χαρτί που είχανε βρει ένα πρωί πάνω στην έδρα. Όλοι είχαν αντιγράψει το περιεχόμενο. Ο Μάνθος το ’χε πάρει απ’ τον Ανδρέα. Ο Γιάννης δεν του εμπιστευότανε το ιερό χαρτί. Αργά περνούσε η ώρα στο άδειο σχολείο… Και τότε, από μια απροσδιόριστη παρόρμηση, πήρε μια άσπρη κιμωλία κι έγραψε καθαρά στον μαυροπίνακα:
Θα πάρω μιαν ανηφοριά, θα πάρω μονοπάτια
Να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη λευτεριά…
Οι φωνές που ακούστηκαν στον διάδρομο τον έκαναν να παρατήσει την κιμωλία και να γυρίσει στη θέση του. Τα παιδιά που έμπαιναν στην τάξη κοντοστέκονταν με δέος μπροστά στον πίνακα,  σαν να εύχονταν να βρει τα σκαλοπάτια ο Βαγορής, κι αναρωτιόνταν πώς βρέθηκε το δίστιχο εκεί πέρα. Αμέσως άρχισε να ψιθυρίζεται ότι μπορεί να το ‘γραψε ο ίδιος ο Ευαγόρας, κάποιοι έλεγαν ότι τον είχαν δει να τριγυρνάει στην πόλη! Μα η σκιά του Green-Bey που μπήκε στην τάξη, έκοψε σαν μαχαίρι το μουρμουρητό. Ο καθηγητής αγγλικών που οι Εγγλέζοι είχαν διορίσει στο σχολείο για να τους «κατασκοπεύει», κοίταξε βλοσυρός τον μαυροπίνακα. 
-Τι είναι αυτό; τσίριξε και καχύποπτα έστρεψε στα παιδιά ένα βλέμμα γερακίσιο.
Όλοι ένιωσαν το αίμα να παγώνει. Ο Μάνθος σκέφτηκε γρήγορα. Να ‘ξερε άραγε ο Άγγλος ελληνικά; Ο καθηγητής που είχαν στο Ζωγράφειο δεν είχε καταφέρει να μάθει ούτε λέξη.
-Τίποτα, κύριε, πετάχτηκε αποφασιστικά και φώναξε στ’ άπταιστα αγγλικά του. Ξέμεινε από την τελευταία φορά, απ’ την ώρα των αρχαίων!
Πόσο άλλαξαν τα πράγματα μετά απ’ αυτό! Όταν, μάλιστα, έμαθαν ότι ο Μάνθος ήταν στην κηδεία του Μούσκου, στο διάλειμμα μαζεύτηκαν γύρω του και ρωτούσαν λεπτομέρειες ξανά και ξανά. Ο Γιάννης, που το πρωί του ‘χε ρίξει ένα άγριο βλέμμα γιατί δεν τον είχε δει στη διαδήλωση το Σάββατο, τον φιλοδώρησε με μια ευγνώμονη ματιά κι έπαψε να τον λέει «τουρκομερίτη».
Μόνο ο Ανδρέας, την ώρα που ‘σκυβε να κρυφτεί πίσω απ’ την πλάτη του Φειδία, ψιθύρισε:
-Εσύ το έκαμες; αλλά ο Μάνθος χαμογέλασε αμυδρά χωρίς να απαντήσει. 
Είχε πιαστεί να περιμένει διπλωμένος πίσω απ’ τις βατσινιές, μα δεν τολμούσε να σηκωθεί για να ξεμουδιάσει. Το μήνυμα του σύνδεσμου δεν έλεγε πολλά. Μονάχα να προσέχει να μην τον δει κανείς. Να περιμένει ακίνητος στο σκοτάδι…
Όταν μαθεύτηκε η εξορία του Αρχιεπισκόπου, πάλι δεν κόλαγε ύπνος στα μάτια του. Το ‘χε σχεδιάσει από πριν. Πήγε νωρίς, όπως την προηγούμενη φορά, κι ανέβηκε απ’ το ίδιο παράθυρο της πίσω αυλής, αυτό που είχε χαλασμένο μάνταλο κι άνοιγε μόλις το ‘σπρωχνε λιγάκι. Μόνο που τώρα πήδησε πάλι και βγήκε στην αυλή, μόλις η πόρτα του σχολείου άνοιξε κι άκουσε θόρυβο απ’ τα παιδιά που άρχισαν να μπαίνουν. Πέρασε -όπως κάθε μέρα- από την είσοδο για να θολώσει τα νερά. Απ’ τον διάδρομο ακόμα άκουγε να διαβάζονται φωναχτά οι στίχοι του μαυροπίνακα, που ‘χαν και πάλι την υπογραφή του Ευαγόρα:
Θ’ ανεβαίνω ραχούλες, χιονισμένες κορφές
Ώσπου να ‘βρω ηρώων γη κι ηρώων μορφές.
Οι πιο πολλοί ήταν πλέον σίγουροι, τους έγραφε ο ίδιος ο Βαγορής! 
Κάπως έτσι απέκτησε ψυχή ο μαυροπίνακας. Θρηνούσε ή πανηγύριζε με όλο το νησί, μοίραζε ελπίδα και κουράγιο που ξεχείλιζε απ’ τους τοίχους του σχολείου. Γίνανε βάλσαμο τα μηνύματα του Μάνθου, τα βγαλμένα απ’ την καρδιά του Ευαγόρα, που λαθραία πηδούσανε απ’ το παράθυρο με το χαλασμένο μάνταλο, αυτό που ο μπαρμπα-Αλέκος πήρε απόφαση να μην επισκευάσει.
Των αθανάτων το κρασί το ‘βρετε εσείς και πίνετε
Ζωή σε σας ο θάνατος κι αθάνατοι θα μείνετε
…έγραψε ο μαυροπίνακας τον περασμένο Μάϊο, μια μέρα πριν απ’ την εκτέλεση του Δημητρίου και του Καραολή, λίγο πριν ξεκινήσει η απεργία που παρέλυσε όλο το νησί. Ο Green-Bey ήταν έξαλλος. Την ώρα που ο Μάνθος περνούσε βιαστικά την είσοδο, τον είδε να διαμαρτύρεται στον διευθυντή και να κατηγορεί τον μπαρμπα-Αλέκο λέγοντας ότι αφήνει το σχολείο έκθετο σε «απόπειρες τρομοκρατίας». Μα ο επιστάτης κούνησε το λευκό κεφάλι του και είπε δηκτικά:
- Θώρε, κάτι δεκαεφτάχρονα εφοϊτσιάσαν ολόκληρην Αυτοκρατορία...
Ο Green-Bey που υποψιάστηκε ότι το σχόλιο δεν ήταν κολακευτικό, κοκκίνισε ολόκληρος. Κι ο Μάνθος ένιωσε τέτοια ικανοποίηση! Σαν να κοκκίνισαν εκείνη τη στιγμή τ’ αυτιά της Αυτοκρατορίας!
 «Ωχ! Τι γυρεύει το σκυλί νυχτιάτικα; Φύγε, φύγε σου λέω, σε παρακαλώ! Φύγε, θα με προδώσεις!» παρακάλεσε ο Μάνθος βουβά κι έσπρωξε απαλά τον σκύλο που γουργούριζε και του ‘γλυφε το χέρι. Ευτυχώς, στον άδειο δρόμο δεν φαινόταν καμιά κίνηση. Είχε καιρό που οι Άγγλοι δεν τολμούσαν να κυκλοφορήσουν νυχτιάτικα στην ερημιά. Μόνο μέσα στην πόλη ένιωθαν σίγουροι και κάνανε πυκνές περιπολίες οι στρατιώτες, που άρχισαν ν’ αποβιβάζονται κατά χιλιάδες, για να μπορέσουν να κρατήσουν δέσμιο μια χούφτα λαό αποφασισμένο. 
Έτσι κύλησε ολόκληρη η χρονιά. Με αποχές και διαμαρτυρίες, απ’ τις οποίες δεν έλειψε ποτέ. Ο Green-Bey τον φιλοδώρησε αφήνοντάς τον στάσιμο κι ο Harding, για τον ίδιο λόγο ακριβώς, έκρινε το σχολείο «άντρο τρομοκρατίας» κι επέβαλε απαγόρευση στη χρήση του κτιρίου. Η νέα χρονιά τον έβρισκε πάλι μαθητή, πάλι χωρίς θρανίο. Τώρα πια τα μαθήματα γίνονταν στα σπίτια των καθηγητών. Όσων απέμειναν. Κάποιοι είχαν βρεθεί στη φυλακή. Έτσι πάσχιζαν οι Άγγλοι να τιθασεύσουν τις φλογισμένες νεανικές καρδιές. Ο μαυροπίνακας έμενε πια ορφανός στις νέες συλλήψεις, τις εκτελέσεις, τα κέρφιου, τους απαγχονισμούς και τα μεσαιωνικά βασανιστήρια, με τα οποία ζητούσε να επιβληθεί ενάντια στο δίκιο η Αυτοκρατορία…
Μα ο Μάνθος ήταν πια «παρών» κόντρα σε κάθε αντίδραση των Βρετανών. «Μαύρος» Νοέμβρης βρήκε τους Εγγλέζους. Η ΕΟΚΑ κορύφωνε τη δράση της κι η Πάφος έβραζε απ’ την ορμή των μαθητών. Κι ήρθε ο Δεκέμβρης που ‘κανε τον Μάνθο να παγώσει. Μαζί του πάγωσαν και τα παιδιά, όταν το νέο ταξίδεψε από στόμα σε στόμα. Οι Άγγλοι πιάσανε τον Βαγορή! Τον βασανίζουνε για να τον γονατίσουν. Το σώμα αγνώριστο απ’ τα γαμψά νύχια που η Αυτοκρατορία γάντζωνε στη δεκαοχτάχρονη ψυχή. Μα εκείνη στάθηκε ορθή ως το τέλος. Μπροστά της υποκλίθηκε η Υφήλιος ελπίζοντας να πρυτανεύσει η Ζωή. Αλλά οι εκκλήσεις για απονομή χάριτος στον ανήλικο κατάδικο, μάταια κατέφταναν θερμές. Η Αυτοκρατορία έκλεινε ερμητικά τ’ αυτιά, αποφασισμένη να κρεμάσει το γόητρό της σε μια θηλιά, ακόμα κι αν χρειαζόταν όλο το σκοτάδι της νύχτας για να κρυφτεί η ντροπή της. Εκείνος, το μόνο που ζήτησε, ήταν να φορά τον σταυρό του. Μέχρι έξω ακούγονταν τα πατριωτικά τραγούδια που τραγουδούσαν πιο δυνατά οι πολιτικοί κρατούμενοι όσο η ώρα πλησίαζε, χτυπώντας με δύναμη τα σίδερα της φυλακής. Κοντά στα μεσάνυχτα ο Εθνικός Ύμνος αντήχησε γι’ άλλη μια φορά, τα σίδερα τραντάχτηκαν ξανά στο τελευταίο «ω, χαίρε, λευτεριά», στερνό αντίο στο κρεμάμενο απ’ την αγχόνη κορμί του Ευαγόρα. Κι ύστερα τίποτα. Σιωπή. Απόλυτη σιγή απλώθηκε απ’ την ώρα που η ψυχή του Βαγορή, λεύτερη πια, αποχωρίστηκε απ’ το σώμα που παραχωνότανε κρυφά και βιαστικά, σ’ ένα ακόμη φυλακισμένο μνήμα…
Ο σκύλος που δεν έλεγε να φύγει από κει, άρχισε να γρυλίζει αγριεμένα. Φοβήθηκε ο Μάνθος. Λύγισε το σκυμμένο σώμα αριστερά για να κρυφτεί καλύτερα πίσω από τον κορμό του δένδρου. Το σκυλί είχε στραφεί στον δρόμο κι έτρεχε γαυγίζοντας λυσσασμένα κατά κει, όταν ο θόρυβος ενός οχήματος ακούστηκε βραχνός. Η δέσμη από τα φώτα του εγγλέζικου τζιπ πέρασε ξυστά δίπλα απ’ τον κορμό του δένδρου. «Μπράβο, σκυλάκι μου!» είπε χωρίς φωνή. «Κι εσύ έμαθες να ξεχωρίζεις τους Εγγλέζους!»
Χθες η μάχη είχε ανάψει για καλά στους δρόμους της Πάφου. Οι μαθητές με μαύρα περιβραχιόνια ξεχύθηκαν μετά την κηδεία στους Αγίους Θεοδώρους, την κηδεία του Ευαγόρα, που έγινε με φέρετρο αδειανό. Άγγλοι στρατιώτες και Τούρκοι αστυνομικοί πνίγανε τις φωνές τους με ρόπαλα και δακρυγόνα. Ο Μάνθος ένιωσε ένα χέρι στιβαρό να τον τραβά με βία. Ο Τούρκος που κατάφερε να τον αρπάξει, τον είχε βάλει στο στόχαστρο από καιρό και να, τον έσερνε θριαμβευτικά στο τζιπ απ’ όπου δεν θα είχε γυρισμό. Ο Γιάννης όρμησε με μια παρέα συμμαθητών. Με δυο σπρωξιές και μια τρικλοποδιά χαλάρωσε το σφίξιμο κι ο Μάνθος έτρεξε μακριά την ώρα που ο Τούρκος αστυνομικός ξάπλωνε φαρδύς-πλατύς στον δρόμο. Μέσα σ’ ελάχιστες στιγμές η Πάφος έγινε πολύ μικρή να τον χωρέσει. Σίγουρα θα τον έψαχναν παντού· ήταν πια αδύνατον να γυρίσει στο σπίτι. Ο Γιάννης ήταν που τον έκρυψε, ο Γιάννης, που παλιά τον έλεγε «τουρκομερίτη». Ένα μονάχα ήθελε, την ευχή του παππού. Κι αυτός την έστειλε απλόχερα, αφού πρώτα ειδοποίησε τον τομεάρχη της ΕΟΚΑ. Ο Μάνθος έφευγε για το βουνό. Απόψε κιόλας. 
Το κρώξιμο μιας κουκουβάγιας ακούστηκε στη σιγαλιά. Μέτρησε αργά μέχρι το δέκα και απάντησε. Ένα καινούργιο κρώξιμο δεν άργησε ν’ ακουστεί. Ο σύνδεσμος. Είχε έρθει η ώρα…
Λίγο πιο πριν είχε κάνει μια τελευταία «αποκοτιά». Κατάφερε αποφεύγοντας τις περιπόλους να φτάσει ως το σχολείο. Για μια στιγμή ατένισε το παρδαλό πανί επάνω στον ιστό. Ανέμιζε, μα όχι για πολύ. Αυτή τη φορά θα το κατέβαζε οπωσδήποτε φεύγοντας. Μα πρώτα ο μαυροπίνακας. Κάποτε τα παιδιά θα επέστρεφαν στα θρανία. Έσπρωξε όσο μπορούσε πιο απαλά το παράθυρο με το χαλασμένο μάνταλο και πήδησε μέσα. Πήρε την άσπρη κιμωλία κι άρχισε να γράφει τις τελευταίες γραμμές απ’ το αποχαιρετιστήριο γράμμα του Ευαγόρα· το είχε μάθει απ’ έξω:
Γειά σας παλιοί συμμαθητές. Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας. Κι όποιος θελήσει για να βρει έναν «χαμένο αδελφό», έναν παλιό του φίλο,
Ας πάρει μιαν ανηφοριά, ας πάρει μονοπάτια, να βρει τα σκαλοπάτια που παν στη λευτεριά.
Με την ελευθεριά μαζί μπορεί να βρει κι εμένα. Αν ζω, θα μ’ εύρει εκεί…
Το ξαναδιάβασε. Ένα δάκρυ τρεμόπαιξε στα μάτια. Όχι, όχι. Όσο όμορφο κι αν ήταν, αυτή την τελευταία φορά το μήνυμα του μαυροπίνακα θα ‘βγαινε απ’ τη δική του καρδιά και θα ‘χε την υπογραφή του. Το ‘σβησε βιαστικά με το μανίκι και ξαναπιάνοντας την κιμωλία, έγραψε καθαρά:
Ευαγόρα, το μνήμα σου δεν θ’ αφήσει τόπο αδειανό.
Πήρα τη θέση σου στο θρανίο, τώρα την παίρνω και στο βουνό.
Και σ’ ακολουθώ…
Μάνθος

Ευχαριστώ τον π. Χρήστο Κλεάνθους και την κ. Ευδοκία Παπαδοπούλου για την πολύτιμη βοήθειά τους στις φράσεις που είναι γραμμένες σε διάλεκτο.


*     *     *





ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΤΑΜΑΤΙΑΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ-ΠΑΠΙΣΤΑ

Γεννήθηκε στην Έδεσσα και μεγάλωσε στην ακριτική Φλώρινα. Σπούδασε οικονομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου ζει μόνιμα, παντρεμένη με τον γιατρό Παντελή Πάπιστα. Εργάστηκε σε Τράπεζα φθάνοντας μέχρι τη θέση της Διευθύντριας, είναι μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος και μιλά πέντε γλώσσες. Είναι συγγραφέας μυθιστορημάτων με μια εμφανή αγάπη στις ιστορικές συνθήκες που πλαισιώνουν τους ήρωές της. Έχει δημοσιεύσει ως τώρα τα πιο κάτω έργα:



  1. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΡΠΟΥΣ ΤΗΣ ΑΚΑΚΙΑΣ, μυθιστόρημα, εκδ. ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΛΠΙΣ, έχει κάνει 2 εκδόσεις ως τώρα
  2. Ο ΞΥΛΙΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, ιστορικό μυθιστόρημα, εκδ. ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ με 3  μέχρι στιγμής εκδόσεις
  3. ΚΟΝΙΤΣΑ, στα αγιασμένα αχνάρια του Αγίου Παϊσίου, βιογραφία έκδοσης Δήμου Κόνιτσας, που έχει μεταφραστεί και στα ρωσικά.



Επίσης, 


  • έχει συγγράψει το ιστορικό της -χιλίων χρόνων ζωής- Ιεράς Μονής Σταγιάδων 
  • κι έχει επιμεληθεί τη λογοτεχνική απόδοση της μετάφρασης στα ελληνικά του μυθιστορήματος του Henri Guenot (Ανρί Γκενό)  με τίτλο «FELYNIS» (Φελίνις).
  • Το διήγημά της με τίτλο «Με άσπρη κιμωλία», όπως και η μεταφορά του στο ομώνυμο θεατρικό, βραβεύθηκαν το 2017 από τον Ε.Π.Ο.Κ. (Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων) στα πλαίσια του 8ου Παγκόσμιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού. 



Πολλά άρθρα της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!