ΧΡΟΝΙΑ ΑΜΟΛΥΝΤΑ - Διήγημα Σταμάτη Μπεκιάρη - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020

ΧΡΟΝΙΑ ΑΜΟΛΥΝΤΑ - Διήγημα Σταμάτη Μπεκιάρη


Αποτέλεσμα εικόνας για ομαδα καλαντα

Το νέφος της σκόνης στροβίλιζε αρκετή ώρα κάτω από τα αμείλικτα δόντια της αδηφάγου μπολτόζας.  Ο ήλιος χτυπούσε πάνω του, είχε αρπάξει τα άχυρα που λαμπύριζαν σαν χιλιάδες σπίθες και αναβόσβηναν.  Αργότερα ο δυτικός αέρας δυνάμωσε, ψήλωσε, γρηγόρεψε και πήρε τη σκόνη προς τα βουνά. Τότε τα πάντα φωτίστηκαν μπροστά μου και με κυρίεψε ένας στρόβιλος μεγάλης οργής όταν είδα το σπίτι του Πασχάλη σχεδόν ισοπεδωμένο.
Στη βορινή άκρη του μισογκρεμισμένου αυλοντούβαρου εμφανίστηκε το λείψανο του μικρού νταουλιού και ένιωσα να λιώνω από μια άφθαρτη γεύση ευτυχίας.  Με τα γυμνά χέρια ανασκάλισα το χώμα για να το ξεθάψω. Όσο κι αν προσπάθησα δεν κατάφερα να το ξεσφηνώσω από τις πέτρες, το υπόλοιπο είχε γίνει χώμα.
Με μάτια ορθάνοιχτα, στήριξα την πλάτη μου στο μισογκρεμισμένο αυλοντούβαρο κι απέμεινα έτσι:
Ανέτρεξα στα αγνά εκείνα χρόνια τα αποπνέοντα το άρωμα της ευλάβειας και της πίστης, τα αμόλυντα από τον οδοστρωτήρα της διαφθοράς και του εκφυλισμού της σημερινής εποχής, η οποία τα πάντα καθυπόταξε στην ύλη και δεν ενδιαφέρεται παρά μόνο για την απόκτηση χρήματος και για την εξασφάλιση άνετης και έκφυλης ζωής.
Από τις αρχές του Σαραντάμερου αρχίσαμε να ετοιμάζουμε το νταουλάκι, το οποίο θα προσέδιδε βροντερό και εύθυμο τόνο στην υπόκρουση των φετινών καλάντων των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων. 
Κέντρο του μαχαλά ήταν το μπακάλικο του Βαγγέλη που και σήμερα ακόμη στέκει αγέρωχο στο δρόμο προς τον Άγιο Γεώργιο.  Και τι δεν έβρισκες σε κείνο το μπακάλικο! 
Πνιγμένος στα ράφια του ο Βαγγέλης με τις κονσέρβες, τις ζάχαρες, τα ζυμαρικά, τον ρουχισμό και όλα τα απαραίτητα για το μαγείρεμα της νοικοκυράς.  Τα περισσότερα χύμα και αγορασμένα βερεσέ. Χωρίς ψυγείο, πουλούσε όλα τα βασικά είδη και τρόφιμα χύμα. Συνήθως, το μπακάλικο ήταν εμπορικό και καπηλειό.
Τα βράδια η μυρωδιά του τυριού, της λακέρδας, της ρέγκας και του μπακαλιάρου τραβούσε σαν μαγνήτης τους ξεροσφύριδες που με συνοδεία ένα «κατοσταράκι» ούζο δίπλα στα βαρέλια του λαδιού και του φωτιστικού πετρελαίου έσβηναν τον κάματο της βασανιστικής ημέρα.  Μυρωδιές και εικόνες μια άλλης εποχής η οποία όμως έχει εκλείψει.  
Η μυρωδιά του πράσινου σαπουνιού και του χύμα λαδιού ήταν διάχυτη παντού.  Τα τσουβάλια με τα όσπρια τα οποία αποτελούσαν και τα καθίσματα των θαμώνων ανέδυαν ένα πλήθος οσμών.  Το πράσινο σαπούνι για λούσιμο, για μπάνιο στη σκάφη, ROL σκόνη μικρό κουτί (για οικονομία) για πλύσιμο ρούχων σε συνδυασμό με μια πλάκα μεγάλη άσπρο σαπούνι από ποτάσα, ένα μπουκάλι χύμα λάδι και μια ρέγκα από το ξυλοκιβώτιο λίγο μεγαλούτσικη για να φτουρίσει αποτελούσαν τα συνηθισμένα ψώνια.
Κάπως έτσι κυλούσε ο χρόνος κάποτε, πριν πολλά χρόνια. Όταν τα μετρώ μου φαίνονται τόσο πολλά.  Κι όμως τα θυμάμαι όλα τόσο ξεκάθαρα, σαν να ήταν μόλις χθες. 
Μετά το σούρουπο, όλοι οι άντρες, νέοι και γέροι της γειτονιάς ανηφόριζαν προς το μπακάλικο.  Έπαιρνε ο καθένας τη θέση του και άρχιζε η συνεδρίαση. Στην αρχή όλοι ήταν λιγομίλητοι. μετά το δεύτερο-τρίτο ποτηράκι θαρρείς και λύνονταν η γλώσσα τους.
Έφερνε τότε ο Βαγγέλης το χαλβά από τη Θεσσαλονίκη μέσα σε περίτεχνα ξύλινα κιβώτια βάρους 5-6 κιλών. Ήταν πολύ νόστιμος ο χαλβάς εκείνος αν δεν ήταν λιωμένος από τη ζέστη ή νοτισμένος από την υγρασία οπότε γινόταν ένας σταχτερός πολτός, που αηδίαζες και μόνο που τον έβλεπες.  Εμάς όμως μας άρεσε ο χυλός αυτός, πόσο μάλλον όταν ο Βαγγέλης ξούσε το κουτί με το μαχαίρι για να βγάλει το χυλό και μας τον χάριζε για να μας ευχαριστήσει οπότε τρώγαμε εξ ημισείας λιωμένο χαλβά με ξύσματα.
Παρουσιάστηκε λοιπόν, ο Νικολάκης στο μπακάλικο, στάθηκε δειλά-δειλά στο κατώφλι της πόρτας και έβλεπε το κουτί με το χαλβά που μόλις είχε ανοιχτεί. 
Νικολάκη δεν έκανα ακόμα σεφτέ – του είπε με αγαθότητα ο Βαγγέλης – έλα πιο ύστερα να σε φιλέψω ένα κομματάκι.
- Εγώ δεν θέλω χαλβά ευχαριστώ, απάντησε ο Νικολάκης.
- Μπα! Πως: δεν τον τρως το χαλβά; Ρώτησε έκπληκτος ο καταστηματάρχης.
- Το χαλβά τον τρώγω και τον καλοτρώγω, αλλά τώρα δε θέλω χαλβά, θέλω κάτι άλλο.  Θέλω να μου δώσεις το κουτί του χαλβά όταν αδειάσει.
- Θα το θες βέβαια για νταουλάκι.  Καλά, θα σου το δώσω, αλλά με μια συμφωνία: να προσπαθήσεις, και αυτό είναι στο χέρι σου, ώστε σε μια βδομάδα μέσα να πουληθεί ο χαλβάς που έχει μέσα το κουτί.  Αν δεν αδειάσει σε μια βδομάδα το κουτί θα το πάρει άλλος. 
Ο Νικολάκης στον προταθέντα όρο, σήκωσε το χεράκι του κι έξυσε το ινίο μορφάζοντας.  Τόσος χαλβάς να φαγωθεί σε μια βδομάδα! συλλογίστηκε.
Ήταν έξυπνος, κατεργάρης ο Νικολάκης και ύστερα από λίγη σκέψη, κατέστρωσε το σχέδιο του, με το οποίο ήλπιζε γρήγορα να γίνει ιδιοκτήτης του κουτιού. 
Να σου κάνω εγώ σεφτέ; ρώτησε εμπνευσθείς – έχω μισή δραχμή, δώσε μου μισής δραχμής χαλβά.
Χαμογελώντας ο Βαγγέλης έκοψε ένα κομμάτι χαλβά του παιδιού το τύλιξε στη λαδόκολα και του το έδωσε.  
- Ά, να σε δω του είπε – μαντεύοντας τη σκέψη του παιδιού:  στάσου να σου βάλω ακόμη λιγάκι, πρόσθεσε. Ο Νικολάκης πήρε το χαλβά και μια και δυο στο σχολείο.
Το μάθημα δεν είχε αρχίσει ακόμη και οι μαθητές σε ομάδες φλυαρούσαν, ενώ περίμεναν την άφιξη του δασκάλου.  Ο Νικολάκης είχε ήδη καταστρώσει το σχέδιό του και το έθεσε σε εφαρμογή. Πριν ακόμη πλησιάσει τους συμμαθητές του, ξεδίπλωσε τη λαδόκολα και άρχισε να δοκιμάζει το περιεχόμενο, χτυπώντας τα χείλη και κουνώντας ενθουσιαστικά το κεφάλι δεξιά και αριστερά.
- Ένας χαλβάς, βρε παιδιά, έκτακτος!  Αυτή τη στιγμή τον άνοιξε ο Βαγγέλης. Δοκιμάστε να δείτε!...
Με κραυγές και επιφωνήματα οι μαθητές περικύκλωσαν το Νικολάκη, ο οποίος μοίρασε το χαλβά στους πλέον λειχούδηδες, οι οποίοι εξέφρασαν το θαυμασμό τους για την εξαιρετική του  ποιότητα.
Με μεγάλη χαρά έβλεπε ο Νικολάκης το περιεχόμενο του κουτιού να αδειάζει μέρα τη μέρα και την Παρασκευή που έληγε η προθεσμία του στοιχήματος, ο Βαγγέλης παρέδωσε το άδειο κουτί στον θριαμβεύοντα Νικολάκη.
Το κουτί περιήλθε στα χέρια όλης της τσακαλοπαρέας, μέλος της οποίας ήμουν κι εγώ, πλύθηκε με ποτάσσα, καθαρίστηκε, στέγνωσε στον ήλιο και ήταν πλέον έτοιμο να καλυφθεί από τα δύο στόματα με τομάρι. Δεν χρειάστηκε να ψάξουμε και πολύ για το τομάρι αφού ευχαρίστως μας το χάρισε ο μπάρμπα-Γιάννης.
Τεντώσαμε το τομάρι από τις δύο μεριές του κουτιού και δύο χορδές στερεώσαμε σε κάθε πλευρά του για να δίνουν ηχηρότερο κρότο.  Ετοίμασε και φιλοτέχνησε ο Πασχάλης και δύο τυμπανόξυλα και πρόσδεσε τον ιμάντα με τον οποίο κρεμιόταν το τύμπανο από τον ώμο του Νικολάκη.
Έμαθαν σχεδόν όλα τα παιδιά του κάτω Μαχαλά το κατόρθωμα της τσακαλοπαρέας και το καθένα προσπαθούσε να περιληφθεί στον όμιλο τον οποίο θα κατήρτιζε ο Νικολάκης ως κάτοχος του τύμπανου.  
Τέλος ο όμιλος καταρτίσθηκε με μεγάλη επιμέλεια από  τέσσερις καλλίφωνους μαχαλιώτες, αλλά και από τους λιγότερο απαιτητικούς αφού είχε το νου του στα κάλαντα τα οποία προβλεπόταν να φέρουν πολλά κέρδη και μόνο στις μισές εισπράξεις θα είχαν δικαίωμα οι σύντροφοι.  Το άλλο μισό θα απέμεινε προς όφελος του θιασάρχη και κατόχου του τύμπανου, Νικολάκη.
Η πολυπόθητη και με ανυπομονησία αναμενόμενη παραμονή των Χριστουγέννων έφτασε.  Από νωρίς η ομάδα των καλαντιστών συγκεντρώθηκε στο σπίτι του Νικολάκη και με το άκουσμα της καμπάνας ξεκίνησε.  Γέμισε όλους τους μαχαλάδες ο κρότος του νταουλιού, αντηχούσε βαθειά, ακατάπαυτα και οι εικοσάρες τα μισόφραγγα έπεφταν βροχηδόν στις τσέπες του Νικολάκη, ο οποίος ενθουσιασμένος από την πλουσιοπάροχη είσπραξη χτυπούσε λυσσωδώς το νταουλάκι τόσο ώστε  σ’ ένα δυνατότερο κτύπο το τομάρι δεν μπόρεσε να αντέξει και έσκασε. Ευτυχώς τα κάλαντα είχαν τελειώσει πλέον και η ώρα ήταν προχωρημένη..
Στο πεζούλι του μπακάλικου που φωτίζονταν από το λουξ, μαζευτήκαμε οι καλαντιστές να μοιράσουμε τις εισπράξεις, το ποσό των οποίων ανέρχονταν στις 16 δραχμές και 35 λεπτά.  Κράτησε ο Νικολάκης τις 8 δραχμές σύμφωνα με τη συμφωνία και το υπόλοιπο διένειμε στους τέσσερις συντρόφους του.
Επιστρέφοντας στο σπίτι του ο Νικολάκης, οδηγήθηκε από το κλάμα της θειάς Χρυσώς που αναδυόταν από την αυλή της γειτόνισσάς της της μπάμπω Λάγουϊτσας.  Η πόρτα ήταν ανοικτή και ο Νικολάκης παρατήρησε μέσα στο σπίτι μεγάλη αναταραχή. Πήρε το θάρρος να ρωτήσει και πήρε την απάντηση. Η μπάμπω Λάγουϊτσα που ήταν κατάκοιτη πολύ καιρό πριν πέθανε και δεν είχε κανένα να τη νοιαστεί και να τη θάψει.
Στάθηκε ο Νικολάκης συλλογισμένος και ούτε να προχωρήσει μπορούσε ούτε τη δύναμη να φύγει είχε.
Τι θα έκανε η θεία Χρυσό χωρίς χρήματα;  Πώς να θάψει αύριο τη μπάμπω; Γύρισε και κοίταξε μέσα στο σπίτι, είδε τη νεκρή ξαπλωμένη στη μέση του δωματίού και δίπλα της η γειτόνισσά της Χρυσώ.
Πλησίασε κοντά στη θεία Χρυσώ άφωνος και χωρίς να τον παρατηρήσει κανείς άδειασε το περιεχόμενό της τσέπης του στην ποδιά της θείας.
-Να της είπε αυτά για την κηδεία της μπάμπως!  Και αναχώρησε.
Στις 2 μετά τα μεσάνυχτα ο παπα Λάζαρος ξεκίνησε από το σπίτι του για την εκκλησία προκειμένου να σημάνει τον όρθρο των Χριστουγέννων.  Όταν έφτασε μπροστά στο φωτισμένο σπίτι της μπάμπως έμαθε για τον θάνατό της. Ύστερα από λίγο η αργυρόηχος καμπανούλα του Άη Γιώργη χτυπούσε χαρωπά και προσκαλούσε τους πιστούς στον όρθρο.  Ο Νικολάκης, βοηθώντας τον ιερέα πάντοτε, ξύπνησε αμέσως και εμφανίστηκε στην εκκλησία από τους πρώτους.
Συνηθιζόταν στο χωριό μου οι ενορίτες να φιλοδωρούν το παιδί, που λέγει τον Απόστολο κατά τη μέρα των Χριστουγέννων.  Ο παπα Λάζαρος, καίτοι είχε υποσχεθεί τον Απόστολο σε άλλο παιδί, μετέβαλε γνώμη την τελευταία στιγμή και ανέθεσε στο Νικολάκη την ανάγνωση του Απόστολου.
Και μόλις ο Νικολάκης πήρε την πανηγυρική στάση και άρχισε:
«Αδελφοί, ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλε ο Θεός τον Υιόν αυτού…..» όλοι οι ενορίτες έτρεξαν να ρίξουν στο Νικολάκη γενναία φιλοδωρήματα.
Η θύμηση έσπασε το σύννεφο του χρόνου.  Μέσα απ’ τις αφομοιωμένες, απ’ το κύλισμά του, παιδικές μορφές που βασανίζουν την θύμησή μου, ξεχωρίζει  εκείνη, η γεμάτη ανησυχία και ζωντάνια…. Αλήθεια, αυτό το παιδί, που μόνο η φωτογραφία του στέκει τώρα μπροστά μου, με την αναταραγμένη ψυχή ήταν ο Νικολάκης….. Και όμως ναι! Ήταν αυτό το ίδιο το παιδί που τότε ήταν όλο γέλιο και χαρά.  Μα τώρα μιλά πονεμένα κι ασταμάτητα, προσπαθώντας να μου θυμίσει τον εαυτό του και την ατέλεια που του χάρισε η φύση….. Λέγει για τις γιορτές, για τις παραστάσεις για τους ρόλους του. Μιλά και το πρόσωπό του φωτίζεται, γαληνεύει ….. λες και οι αναμνήσεις εκείνες ξεκουράζουν την ψυχή του.

Μπεκιάρης  Δ. Σταμάτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!