Συνέντευξη με τον λογοτέχνη Μίλτο Μόσχο - ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2019

Συνέντευξη με τον λογοτέχνη Μίλτο Μόσχο - ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ




Ο «ΚΕΦΑΛΟΣ - Το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς» έχει ξεκινήση μία νέα δράση με τίτλο: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ» (ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ 3ο ΤΟΜΟ γίνονται δεκτές έως τις 31/12/2019 - ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ: ΕΔΩ) και προσκαλεί όλους τους Λογοτέχνες, Ποιητές και Συγγραφείς να συμμετάσχουν σ' αυτήν. Σκοπός της εν λόγω δράσης είναι η προβολή μέσω αφιερωμάτων και συνεντεύξεων των σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών, Ποιητών και Συγγραφέων, είτε έχουν εκδώσει κάποιο βιβλίο είτε όχι και η δημιουργία του πρώτου τόμου της «Ηλεκτρονικής Εγκυκλοπαίδειας των Σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών», η οποία έχει συσταθεί σε μία ανεξάρτητη ιστοσελίδα με τη μορφή ηλεκτρονικών τόμων και την έκδοση δωρεάν e-book.
Στη σημερινή μας παρουσίαση στα πλαίσια της δράσης: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ», θα σας παρουσιάσουμε τον λογοτέχνη, Μίλτο Μόσχο, ο οποίος συμμετέχει στην «Εγκυκλοπαίδεια Σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών» και απάντησε στις ερωτήσεις του Δημοσιογράφου, Λογοτέχνη και Εκδότη του Περιοδικού Κέφαλος, κ. Πλούταρχου Πάστρα, για το λογοτεχνικό της έργο, τα βιβλία και τη λογοτεχνία.


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΜΙΛΤΟ ΜΟΣΧΟ

1. Αν έπρεπε να δώσετε έναν ορισμό για τη λογοτεχνία, ποιος θα ήταν αυτός;

Η προσπάθεια όσων γράφουν, για να ενεργοποιήσουν άλλα επίπεδα επικοινωνίας -όχι απαραίτητα με τους άλλους- μέσα σε παιχνιδιάρικους δρόμους στους οποίους στήνουν χορό οι λέξεις.

2. Τι μπορεί να προσφέρει η λογοτεχνία στο σύγχρονο άνθρωπο;

Να του ξεκλειδώνει τις πόρτες του νου, για να τον περιπλανήσει σε δρομάκια άγνωστα και αδιάβατα από μόνα τους.

3. Η ποίηση στις ημέρες μας δεν έχει τη θέση που κατείχε παλαιότερα. Για ποιο λόγο πιστεύετε πως συμβαίνει αυτό και πως θεωρείτε ότι θα είναι το μέλλον της;

Ίσως η σημερινή εποχή να μην είναι τόσο ρομαντική όσο παλαιότερα. Χάσαμε μάλλον την αθωότητά μας και μαζί της χάθηκε και ο ποιητικός οίστρος. Το μέλλον της θα είναι -όπως συμβαίνει σε όλα τα ποιοτικά πράγματα- ένα εργαλείο στα χέρια των λίγων. Τρέχουμε, τρέχουμε ασταμάτητα, και δεν προλαβαίνουμε να σταματήσουμε λίγο, να ζήσουμε όλα τα καλά αυτού του κόσμου.

4. Και τώρα μία δύσκολη ερώτηση. Τι σημαίνει για σας ποίηση;

Η ύψιστη τέχνη του ανθρώπου να κορφολογά τις λέξεις με τα σύννεφα.

5. Πότε ξεκινήσατε ν’ ασχολείστε με την τέχνη του λόγου και ποιος ήταν ο λόγος που σας παρότρυνε;

Από μαθητής στο Γυμνάσιο, θυμάμαι. Στα μαθήματα που δεν μου άρεσαν κρυβόμουν πίσω από τον μπροστινό μου και έγραφα ιστοριούλες. Με μόνο ένα στυλό που μου ανήκε, έφτιαχνα κόσμους που δεν ήταν δικοί μου• να, ποιος ήταν ο λόγος.

6. Γιατί γράφετε;

Γιατί είναι πάθος και όπως σε κάθε πάθος δεν υπάρχει το «γιατί».

7. Ποια είναι η πηγή της έμπνευσής σας; 

Οι ιστορίες που ακούω δίπλα μου. Τις παίρνω, τις αλλάζω συθέμελα και τις κάνω αγνώριστες. Ρωτάω πάντα, «και αν γινόταν αλλιώς, τι θα γινόταν;». Αυτό το «αλλιώς» το γράφω.

8. Με ποιο λογοτεχνικό είδος ασχολείστε περισσότερο;

Με το διήγημα.

9. Μιλήστε μας για το λογοτεχνικό σας έργο.

Έχω γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα που λέγεται «Καλλίπολις», όπου έστησα μια πόλη στην οποία εφαρμόστηκε, επιτέλους, η Πολιτεία του Πλάτωνα με τους νόμους του. Επίσης, ένα διήγημα για ένα μικρό φάρο σε ένα πολύ μικρό βράχο στη μέση του Αιγαίου. Μου έκανε εντύπωση η δύσκολη ζωή των φαροφυλάκων πάνω σε μια μικρή κουκίδα του χάρτη. Επίσης ένα βιβλίο-Ιστορική αναφορά σε γεγονότα που συνέβησαν, αλλά ποτέ δεν μας τα δίδαξαν στο σχολείο.

10. Πείτε μας λίγα λόγια για το τελευταίο σας βιβλίο που έχει τίτλο: «Νησάκια εντέχνως ξεχασμένα». 

Το βιβλίο αυτό γράφτηκε, για να δείξει την κατάσταση που επικρατεί σε κάποιες απομονωμένες περιοχές της χώρας και ειδικά, τις νησιωτικές της εποχής του ’80-’85. 
Έχω την υποψία ότι ακόμη και τώρα, η κατάσταση εκεί, κάπως έτσι θα είναι ακόμα.
Βουτάμε έναν αστυνόμο, έναν τεχνικό, ένα δάσκαλο που μόλις έχουν αποφοιτήσει από τις σχολές τους, και τους βαφτίζουμε άρχοντες των νησιών-χωριών.
Τους αμολάμε σε ένα τόπο εξορίας, και τους λέμε: καθίστε εδώ, κάντε ό,τι κατεβάσει ο νους σας, και σε 2,3,4,5 χρόνια θα σας αλλάξουμε με έναν άλλο, εξ’ ίσου άπειρο, να συνεχίσει το έργο σας.

11. Ποια είναι η αγαπημένη σας ώρα μέσα στην ημέρα που κάθεστε και γράφετε;

Το βράδυ, όταν όλοι οι άλλοι είναι στα κρεβάτια τους.

12.  Πως είναι η ζωή ενός λογοτέχνη στα χρόνια της κρίσης;

Καμία διαφορά από τους άλλους ανθρώπους• δεν βλέπω καμιά ιδιαίτερη κατάσταση. Απλά, ο λογοτέχνης έχει το ίδιο ισχνό ακροατήριο, όπως και παλιότερα. Δεν φταίει η οικονομική κρίση για το ότι ο Έλληνας δεν διαβάζει.

13. Πως θα χαρακτηρίζατε τη λογοτεχνική παραγωγή σήμερα;

Πάρα πολύ μεγάλη• κάτι ελπιδοφόρο ταυτόχρονα. Βιβλία τυπώνονται• τα διαβάζουν ελάχιστοι.

14. Ποιο θεωρείτε πως είναι το μυστικό της επιτυχίας ενός Best Seller;

Φαντάζομαι ότι πρώτο μυστικό είναι η διαφήμιση του προϊόντος. Μετά έρχονται τα άλλα.

15. Αν έπρεπε να επιλέξετε ανάμεσα στο έντυπο ή στο ηλεκτρονικό βιβλίο, εσείς ποιο θα επιλέγατε; 

Το έντυπο.

16.  Ποια συμβουλή θα δίνατε σ’ ένα νέο λογοτέχνη;

Να γράφει ασταμάτητα σαν να είναι αυτή η τελευταία μέρα που θα ζήσει, και οπωσδήποτε πρέπει να μας διηγηθεί τη δική του ιστορία, πριν ο Θεός τσαντιστεί και αποφασίσει για τη δική του τελευταία μέρα. 

17. Τώρα ας περάσουμε στην πλευρά του αναγνώστη. Ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διαβάσατε;

Την ασκητική του Καζαντζάκη. Δύσκολο… με παιδεύει ακόμα.

18. Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Καζαντζάκης, Yalom, Βασιλικός, Λουντέμης, Ντοστογιέφσκι, Σαμαράκης.

19. Ποια είναι τ’ αγαπημένα σας βιβλία;

«Ο κόσμος της Σοφίας», «Ο γλάρος Ιωνάθαν», «Έγκλημα και τιμωρία», «Ένα παιδί μετράει τ΄ άστρα».

20. Τελευταία ερώτηση. Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια στο χώρο της λογοτεχνίας;

Έχω στα σκαριά ένα αστυνομικό και ένα άλλο, που ψαχουλεύει τις καλές και κακές πλευρές  των χαρακτήρων μιας συνηθισμένης παρέας σε μια επαρχιακή πόλη.


*     *     *

Την πήραμε την Ευλογία
(του Μίλτου Μόσχου)


Κάποια στιγμή φτάνει και το λεωφορείο που εκτελεί τη γραμμή από το κεντρικό λιμάνι μέχρι το χωριό αυτό. Λιγοστοί επιβάτες κατέβηκαν, που σχεδόν όλοι τους, είχαν πάει να προσκυνήσουν στη μεγάλη εκκλησία του νησιού. Να και οι γερόντισσες που περίμενε ο Λουκής, αυτές πρέπει νάναι που έρχονται σουνάμενες και κουνάμενες, αυτές έχουν ένα ακόμα ταξίδι να κάνουν μέχρι το νησάκι. Βάσταγαν λιβάνια, εικόνες και μαντζούνια. Όταν ήρθαν κοντά μας, κατάλαβα ότι δεν ήταν και τόσο γερόντισσες που μου τις έλεγε. Σαραντάρες οι περισσότερες, αλλά οι γυναίκες στην επαρχία από την «καλοπέραση» φαίνονται μεγαλύτερες. Γελάκια, πειράγματα και αστεία μεταξύ τους, μέχρι να έρθουν στο καΐκι. Πάμε Λουκή, φεύγουμε, την πήραμε την ευλογία, του χρόνου πάλι, του φώναξε η πιο πεταχτούλα.



Φάρος ΚΤ999/01
(του Μίλτου Μόσχου)

Ανεβαίνοντας με το Λουκή και τον χωροφύλακα τα πέτρινα σκαλιά, βλέπουμε στα 300 περίπου μέτρα από μας να ορθώνεται επιβλητικά ο φάρος. Το μονοπατάκι, μας περνάει έξω από μια σπηλιά. Παρά την φούρια που μας είχε πιάσει να πάμε γρήγορα στον φάρο, με την άκρη του ματιού μας, ξεχωρίζουμε μέσα σ’ αυτήν μια σκιά. Πισωγυρίζουμε και στεκόμαστε στην είσοδο της, πολύ ήλιος έξω, σκοτάδι μέσα, και με δυσκολία ξεκαθαρίζουμε, ότι κάποιος είναι πράγματι μέσα καθιστός και κουλουριασμένος κατάχαμα… με το βλέμμα του στο πουθενά, σαν να μη μας βλέπει.
Μπαίνουμε λίγο πιο μέσα, τον πλησιάζουμε στο ένα μέτρο, τώρα βλέπουμε καλύτερα, δεν ξαφνιάζεται καθόλου, τουλάχιστον όσο ξαφνιαστήκαμε εμείς, μοιάζει να ταξιδεύει πέρα… στο πουθενά. Είναι χωμένος σ’ ένα στρατιωτικό αμπέχονο, και η χούφτα του δεξιού του χεριού βαστάει χαλαρά  τη λαβή ενός σουγιά. 
Το πρόσωπό του τραχύ, αξύριστο για μέρες, και τα ξανθά του μαλλιά μπερδεμένα…η πρώτη μου σκέψη… τσοπάνης απ’ αυτούς που έχουν τα κατσίκια τους εδώ στο ξερονήσι θα ‘ναι, και έχει σταθεί να ξαποστάσει. Σ’ αυτό το ξερονήσι υπάρχουν γίδια που βόσκουν ελεύθερα, αλλά οι τσοπαναραίοι δεν έμεναν μαζί τους, τ’ άφηναν μόνα τους και έφευγαν. Ούτε είδαμε καμιά βάρκα εκεί που δέσαμε και εμείς. Άρα;!… από πού βρέθηκε αυτός;
Δεν μπορεί να μη μας έχει δει!… αλλά  δεν αντιδρά… κουφός; ή στραβός;…κι’ αυτός ο σουγιάς; βρε μήπως;…
Τον πλησιάζουμε ακόμη περισσότερο, χαμηλώνουμε να τον δούμε καλύτερα. Τώρα είμαστε στο ίδιο επίπεδο μ’ αυτόν.
Γυρνάει το κεφάλι του προς εμάς.
Θεέ μου! τώρα από κοντά βλέπουμε ένα παιδικό πρόσωπο. Το μέτωπό του αυλακωμένο από ρυτίδες που κάνει κάποιος όταν σφίγγεται, τα μάτια πυρακτωμένα, από αϋπνία;… από κλάμα;…κι ένα βλέμμα που δεν θα ξεχάσω ποτέ…γεμάτο απορία, πόνο, φόβο,  παραίτηση; …όλα, να καθρεφτίζονται μέσ’ τα μάτια του, πολύ… μα πολύ έντονα!
Το κοιτάζουμε σαστισμένοι… σαλεμένο;… αν όχι, τι…;

Δεν ξέρουμε ποιο είναι, ούτε και γιατί βρίσκεται εδώ, δεν περιμέναμε να βρούμε ένα παιδί μέσα σε μια σπηλιά.
Ολόκληρο το σώμα του τρέμει, σαν να το τρώει ψηλός πυρετός. 
Κάτι θέλει να μας πει, προσπαθεί να μας μιλήσει, αλλά δεν βγαίνει λέξη από το στόμα του, με το που πάει να μιλήσει, κάτι σαν λυγμός του κόβει τη μιλιά, και σε κάθε αποτυχημένη προσπάθεια, τα μάτια του βουρκώνουν. 
Και όταν βλέπει ότι δεν μπορεί να βγάλει λέξη,  κατεβάζει το κεφάλι προς το χώμα, κοιτάει ανάμεσα στα πόδια του, κουνάει ελαφρά το κεφάλι του δεξιά-αριστερά, ανήμπορος, που δεν μπορεί να μιλήσει. 
Σε κάθε αποτυχημένη προσπάθεια οι καρποί των χεριών του κάνουν μια ελαφριά περιστροφή, σαν να λέει «δεν μπορώ, τι να κάνω;», και σε κάθε τέτοια περιστροφή των καρπών του, να ξεχωρίζουμε την γυαλάδα της λάμας του σουγιά
Σαν να θέλει να μας πει να μη τον ενοχλούμε, σαν να μας λέει ξεχάστε το,  αφήστε με ήσυχο, αφήστε με στην τρέλα μου, δεν μπορώ να μιλήσω!
Προσπάθησε πέντε-έξη φορές να μας μιλήσει, δεν τα καταφέρνει, και εντελώς αναπάντεχα βγάζει ένα ανατριχιαστικό κλάμα, που μας τρόμαξε. Το στήθος του τραντάζεται. Κλάμα και ουρλιαχτό μαζί, βγαίνει από το στόμα του. 
Κλαίει και τραντάζεται ολόκληρος.
Έτσι που είναι κατάχαμα, ανοίγει απότομα τα χέρια του και τα τεντώνει προς εμάς. Από τη  δεξιά του φούχτα, βλέπουμε την προέκταση του σουγιά.
Από ένστικτο πεταγόμαστε όρθιοι, και κάνουμε ένα βήμα πίσω.
Δεν κάνει καμιά προσπάθεια να σηκωθεί, δεν έχει το κουράγιο να σταθεί στα πόδια του, καθιστός προσπαθεί να μας πιάσει;…να μας αγκαλιάσει;….να μας καρφώσει; 

Ο σουγιάς του είναι μια  απειλή για μας. Αργότερα καταλάβαμε ότι ήθελε να μας αγκαλιάσει, αυτό ζήταγε το κακόμοιρο το παιδί. 
Φοβόμαστε όμως, και μάλιστα πολύ. 
Εγώ προσωπικά δεν έχω αντιμετωπίσει ξανά τέτοια κατάσταση στην ζωή μου.
Γρυλίζει σαν σκυλί χτυπημένο, του τρέχουν τα σάλια κάθε φορά που ανοίγει το στόμα του.
Το προσωπάκι του μας κοιτάει κατάματα, ζητά να τον βοηθήσουμε, μας ικετεύει.
Τραβηχτήκαμε ακόμα πιο πίσω, αυτό να κλαίει και να μας κοιτάει, τα χέρια του σε απόγνωση ανοιχτά, σαν σε ικεσία, σαν να θέλει να μας πιάσει, κι’ εμείς τα μάτια μας, να τάχουμε καρφωμένα στον απειλητικό σουγιά. 
Ευτυχώς που είχε έρθει ο Λουκής μαζί μου, γιατί εγώ δεν θα τα κατάφερνα.

* * *

Βγαίνουμε πάλι στην αυλή, πατάμε πάνω σε θρύμματα τζαμιών.
Σηκώνουμε το κεφάλι, από πάνω μας χάσκει το κουφάρι του φάρου, και τότε καταλαβαίνουμε, ότι αυτά τα τζάμια έπεσαν από εκεί.
Πηγαίνουμε και πάλι πιο κοντά, στον νεκρό άντρα, τον παρατηρούμε, δεν μπορεί να το πιστέψει ανθρώπινος νους.  
Η μια πλευρά του κορμιού, καρβουνιασμένη. Δεν έφτανε που του άνοιξε το κεφάλι στα δύο, αλλά προσπάθησε και να τον κάψει.






Ετοιμασίες για το φευγιό
(του Μίλτου Μόσχου)

Ο Λουκής να πηδάει εδώ και εκεί, να δένει και να λύνει σκοινιά, να κατεβάζει άγκυρα και ταυτόχρονα να μου δίνει το χέρι του για να πάρει ένα-ένα τα βαλιτσάκια, που κουβαλάω μαζί μου. Απίθανος ζογκλέρ Αυτό το ψηλό και αδύνατο παιδί, εκεί γύρω στα 30 με 35 χρόνια του. Το σώμα του ευλύγιστο σαν φίδι. Λεπτά πόδια και χέρια ατσάλινα. Το ναυτικό καπέλο μόνιμα στο κεφάλι.
Από πόσο χρονών να είναι ένα με τη θάλασσα, άραγε;
Ένα πλούσιο μπουκλάτο ξανθό μαλλί να ξεχειλίζει από το γείσο του καπέλου, γεμάτο αλάτι, με ένα σχετικά ψιλό μουστάκι, είναι ο μοναδικός καπετάνιος που κάνει το δρομολόγιο από το νησί στο απέναντι νησάκι.
Το ζιβάγκο που φοράει απροσδιόριστου χρώματος, το δε παντελόνι του μόνιμα ένα τζιν, που δεν σκίζεται με τίποτα. Το μόνιμο αποσμητικό του μια ψαρίλα, που σε χτυπάει στη μύτη από μακριά.
Χαμογελαστός πάντα, με ένα αγαθό χαμόγελο στο πρόσωπό του. Αυτό το χαμόγελο του καλού ανθρώπου, που δεν έχει τσακωθεί ποτέ του με κανέναν. Μια γνήσια νησιώτικη μορφή.

Το καΐκι του δεν μπορείς να πεις ότι είναι από τα μικρά, ευρύχωρο είναι. Στο αμπάρι του χωράνε γύρω στα 8 άτομα. Στην πλώρη ζωγραφισμένη μια γοργόνα με μπλε χρώμα, και από κάτω ένα γυναικείο όνομα, «Ανεζίνα – ΛΝ 502». Όλο το μήκος του σκαριού το διατρέχει μια έντονη κίτρινη χοντρή γραμμή. Πίσω κυματίζει η Ελληνική σημαία.
Ο Λουκής στέκεται καμαρωτός στο τιμόνι, που προστατεύεται από μπροστά και στα πλαϊνά από ένα χοντρό τζάμι φάϊμπερ γκλας.
Από το μπροστινό τζάμι κρέμονται οι εικονίτσες του, μία για κάθε χρόνο που ταξιδεύει, μου λέει.
Της μετράω από μέσα μου, δεν είναι πάνω από δέκα, με αρσενικούς και θηλυκούς αγίους.
«Λουκή, μόνο δέκα χρόνια το έχεις το καΐκι; Τι δουλειά έκανες πριν;»
«Στο καΐκι είμαι από 15 χρονών κοπέλι, και δικό μου καΐκι έχω από τα 20, όταν παντρεύτηκα. Μου το ‘κανε δώρο ο πεθερός, σαν παντρεύτηκα το Ανεζίνι μου. Έχω τώρα 18 χρόνια καπετάνιος» – τόπε μ’ ένα καμάρι αυτό το «καπετάνιος», λες και κουμαντάριζε κανένα υπερωκεάνιο.
Άρα 38 χρονών είναι ο Λουκής, δεν έπεσα και πολύ έξω.
«Βλέπω ότι λείπουν κάποιες εικόνες. Δέκα οκτώ χρόνια καπετάνιος, αλλά μόνο δέκα εικονίτσες βλέπω. Κάποιες θα στις έφαγε η αλμύρα;»
«Θα σου πω, αλλά αν γελάσεις σε πετάω στη θάλασσα».
«Γιατί να γελάσω μωρέ;»
«Γιατί εσείς απ’ την Αθήνα δε λογάτε απ΄ αυτά».
«Για πες».
«Πολλές φορές έχω δει τον διάολο στη θάλασσα. Και πολλές φορές τάχω κάνει πάνω μου».
Σταματάει λίγο, με κοιτάει με την άκρη του ματιού του. Ψάχνει να δει αν γελάω.
«Και τι σχέση έχει αυτό με τις εικόνες;»
«Ε, μωρέ πώς δεν έχει. Όταν φτάσω να τα κάνω πάνω μου, πετάω μια εικόνα μέσ’ τη θάλασσα, και την ηρεμίζω».
«Τι ηρεμίζεις, τη θάλασσα ή το βρακί σου;»
«Τη θάλασσα μωρέ».
«Πετάς την εικόνα στη θάλασσα και πέφτει μπονάτσα;» 
«Δεν το πιστεύεις; Έτσι κάνω και μη το γελάς μωρέ. Αυτοί οι άγιοι με προστάτεψαν τόσες φορές».
«Το πιστεύω μωρέ Λουκή, κάνεις μια δύσκολη δουλειά, σε καταλαβαίνω. Και εγώ μπορεί να έκανα τα ίδια, αν ήμουν ναυτικός».
Από το καϊκι που κάθομαι τώρα βλέπω το καφενείο που είναι στην παραλία. Έχει βγάλει τραπεζάκια έξω. Έχουν πάρει θέση τα γεροντάκια για τον πρωινό καφέ. Θα συνεχίσουν κατά τις 10 με τσίπουρα, και μετά για τον μεσημεριανό ύπνο. Στην άλλη άκρη του λιμανιού, μέσα σε έναν παραλιακό πορτοκαλεώνα ένα τρακτέρ έχει πιάσει δουλειά και σηκώνει σύννεφα σκόνης. Η υπόλοιπη παραλία εντελώς έρημη.
«Κάτσε λίγο νάρθουν και οι γερόντισσες και σαλπάρουμε», μου λέει, κόβοντας τις σκέψεις μου στη μέση.
«Από πού έρχονται;»
«Περιμένω το λεωφορείο απ’ τη χώρα να τις φέρει. Έχουν πάει στην εκκλησιά να προσκυνήσουν τον άιο».
«Καλά ρε, δεν έχετε άλλη δουλειά να κάνετε; Όλη μέρα με τους παπάδες ασχολείστε σ’ αυτό το νησί;»
«Και τίθελες να κάνουμε; Να παένουμε σινεμά; Τέτοια είναι η ζωή μας, ήσυχη, όμορφη και αγαπημένη. Όλα τα πάμε σιγά, δεν τα σμπρώχνουμε, ούτε τα βιάζουμε, ενώ εσύ μωρέ τρελέ, σε βλέπω, είσαι ξαναμμένος, τρέεις και δε προλαβαίνεις».
«Ρε Λουκή, έχει μείνει το νησάκι κομμένο εδώ και μέρες. Θυμάσαι τι κωλόκαιρο έκανε όλη τη βδομάδα. Οι άνθρωποι είναι ξεκομμένοι από τον κόσμο. Γι’ αυτό βιάζομαι, αλλά κάνε τη δουλειά σου, εσύ είσαι ο καπετάνιος» – άντε πάλι, γελάνε τα μουστάκια του σε αυτό το άκουσμα.
Καπετάνιος! Μεγάλη υπόθεση σε αυτό το νησί, κάτι σαν αστροναύτης στην Αμερική.
                                                                                                                                                                   
*     *     *



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΙΛΤΟΥ ΜΟΣΧΟΥ
Ονομάζομαι Μίλτος Μόσχος. Γεννήθηκα στον Πειραιά, όπου πέρασα τα πρώτα 17 μου χρόνια μέσα στη θάλασσα και την αρμύρα της.
Τελείωσα το Νυκτερινό Γυμνάσιο της Νέας Ιωνίας στην Αθήνα, πήρα το πρώτο πτυχίο μου στην Σχολή ΣΕΛΕΤΕ στο Μαρούσι και το δεύτερο στην Ανωτέρα Σχολή Ηλεκτρονικών, τότε ονομαζόμενη Αναστασιάδη, με την ειδικότητα του Ηλεκτρονικού.
Ακολούθησε η στρατιωτική μου θητεία σαν έφεδρος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού στην Κομοτηνή και Ναύπλιο.
Ακολουθώντας την ανάγκη μου για βιοπορισμό εντάχθηκα στο τεχνικό τμήμα του ΟΤΕ, ασκώντας την ειδικότητα μου. Εργάστηκα στην Πάτρα, Μήλο και Αθήνα.
Μετά από περίπου 30 χρόνια βγήκα στην σύνταξη.
Ασχολήθηκα αμέσως μετά με τη Μελισσοκομία για τα επόμενα 10 χρόνια. Ασχολήθηκα παλαιότερα με την ζωγραφική, με το βιτρό, και τις ψηφίδες.
Πέρασα και από την Αστρονομία σε θεωρητικό επίπεδο.
Τελευταία ασχολούμαι με το Θέατρο σε μια ερασιτεχνική ομάδα της Φιλαδέλφειας.

Ταξίδεψα στην Βουλγαρία, Γερμανία, Σκωτία, Ιταλία πότε για επαγγελματικούς λόγους και πότε για τουρισμό.
Παράλληλα έπιασα τα γραπτά που κατά καιρούς είχα ξεκινήσει, με σκοπό να τα τελειώσω. Κατάφερα να προχωρήσω στη αυτοέκδοσή τους και την οριστική έξοδό τους από το σκοτεινό συρτάρι που έμειναν για πολλά χρόνια.

Κέρδισα το α’ βραβείο στον διαγωνισμό μικροδιηγήματος που οργάνωσε τον Φεβρουάριο 2019 η nakasbookhouse, με το δοκίμιο «Στο είχα πει και δεν με πίστεψες».

Έχω εκδώσει με αυτοέκδοση σε έντυπη μορφή τα έργα:
«Τρεις Ζωές» - βιογραφικό
«Μια ανάσα από την Ιστορία» - ιστορικό
«Καλλίπολις» - Η εφαρμογή του πολιτεύματος του Πλάτωνα σ΄ ένα διήγημα.
«Νησάκια εντέχνως ξεχασμένα» - Η ζωή σε απομονωμένα μέρη της Ελλάδας.

Τα έντυπα έργα τα ανεβάζω και στην πλατφόρμα Smashwords https://www.smashwords.com/profile/view/mmoshosgmailcom με την μορφή e-book.
Μπροστά μου έχω μία ακόμη πρόκληση. Επεξεργάζομαι παράλληλα 3 ακόμα διηγήματα.

Διατηρώ την ιστοσελίδα www.moschosbooks.gr, όπου δημοσιεύω τα δικά μου έργα καθώς και άλλων φίλων μου συγγραφέων ή ανθρώπων που θέλουν να ανεβάσουν έργα τους αλλά δεν διαθέτουν δική τους ιστοσελίδα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!