ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ: Ο Γεροσουλιώτης (Διήγημα) - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ: Ο Γεροσουλιώτης (Διήγημα)


Γιάννης Βλαχογιάννης, 1867-1945,
Συγγραφέας

Ο ΓΕΡΟΣΟΥΛΙΩΤΗΣ

Ο Γεροσουλιώτης μάζευε τον πόνο του πολύ καιρό. Σε κανέναν όμως δεν ξεμολογιόταν το σκοπό του. Χρόνια ήταν περασμένα, που τους ξέρασε το κύμα τ' άδικο της μοίρας της σκληρής στο πράσινο ακρογιάλι των Κορφών. Κι ενώ οι άλλοι μ' ανθοβότανα γελούσαν την πείνα και τη συμφορά τους, κι ενώ βρίσκανε κάποια παρηγοριά στα κάλλη του φιλόξενου νησιού, ο Γεροσουλιώτης είχε αλλού το νου του. Ολημερίς αγνάντευε τα ξεροβούνια τ' αντικρυνά. Κι ολονυχτίς ο πόθος του είχε μαζί του άγριο πόλεμο. 

Κάποτε, ένα βράδυ, γύρισε στο σπίτι χτυπημένος σαν από καινούργια συμφορά.  
-Ο άμοιρος εγώ, είπε, τι κατάρα μ' ήβρε! Ο Θεός μ' οργίστηκε! 
Έκαμε τους άλλους να τρομάξουν. Παιδιά κι εγγόνια τον τριγύρισαν. Ο γέρος χτύπαγε τα στήθια του.

-Πάει το Σούλι, φώναζε. Πάει πια.

Έκλαψε κι ύστερα σώπασε βλοσυρός. Στα φιλικά λόγια ούτε και πρόσεξε. Οι Σουλιώτες οι άμοιροι συνήθιζαν με της πατρίδας το χαμό. Η ελπίδα μοναχά τους έμενε από τα περασμένα. Ο γέρος έδειξε πιο ύστερα να μαλακώνει. Έφαγε γελαστός, και πλάγιασε. Και την αυγή δε βρέθηκε στο στρώμα του. 



Με ψαροκάϊκο είχε περάσει στ' ακρογιάλι το στεριανό. Βαστούσε τ' άρματα του, σα για πόλεμο. Άδειος από κάθε άλλο φόρτωμα, νηστικός, ποιος ξέρει πόσο πλανήθηκε, και που. Κάποτε νύχτωσε όξω από το Σούλι. Και μπήκε στο χωριό αθώρητος, αν ύπαρχε κι άλλη ζωή εκεί. Χαιρετάει το Σούλι ο γέρος και δεν αντιχαιρετιέται. Να τα σπίτια τώρα τα γειτονικά, όλα βουβά! Κι άδεια και νεκρικά. Γυμνές χάσκουν οι θύρες τους και τα παράθυρα.



Μισόπνοος και ζαλισμένος από την κούραση, ο Γεροσουλιώτης θαρρεί πως βρίσκεται σ' άλλο κανένα Σούλι, φανταστικό. Στέκεται και φωνάζει κάποιο γείτονά του:

-Γεια χαρά σου, καπετάν Λαμπρούση! Καλώς σας ήβρα κι όλους σας!

Απόκρισε καμμιά... Να και το σπίτι το δικό του. Νάτος ο γεροπρίναρος ο φουντωτός, να και το ξεροπήγαδο στην πέτρινην αυλή. Όμως η θύρα είναι κλεισμένη... Ανοίγει, βλέπει στη γωνιά φωτιά ζωντανεμένη. Σα να 'χασε το νου του, μόνη μια στιγμή. Έπειτα όλα φανήκανε να ξαστερώνουν. Και το ξαστέρωμα ήταν η τρέλα του Γεροσουλιώτη. Μ' ανοιχτόκαρδη ματιά κοιτάζει γύρω. Στρωμένο το παραγώνι, κι η φωτιά λαμπρή τον κράζουν. Κάθεται σταυροπόδι και ετοιμάζεται να πέση στο φαΐ, σα θεριό ολονήστικο. Και τότε θόρυβος ακούγεται από την αυλή. Τρεις Αρβανίτες μπαίνουνε στο σπίτι. Στέκονται ξαφνιασμένοι. Και κρατούνε στα χέρια τ' άρματα. 

-Τ' είστε σεις; ρώτησε ο γέρος ήσυχα. 

Δε συλλογιέται τίποτα κακό. Κι άξαφνα όλα τα φαντάζεται. Κι ορθός, και φοβερός σα σκιάχτρο, καθώς είχε γίνει από τους κόπους και από του νου του τον παρασυρμό, κράζει στους Αρβανίτες:

-Ωρέ, τι θέλετε στο Σούλι εσείς, σκυλιά; Το Σούλι ψέματα είναι πως το πήρατε. Το Σούλι ζη!

Κι ως να τραβήξη το σπαθί ο Γεροσουλιώτης, έπεσε νεκρός. 


Γιάννης Βλαχογιάννης



*Στο διήγημα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του συγγραφέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!