Συνέντευξη με τον λογοτέχνη Βασίλη Διακοβασίλη - ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2020

Συνέντευξη με τον λογοτέχνη Βασίλη Διακοβασίλη - ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ






Ο «ΚΕΦΑΛΟΣ - Το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς» έχει ξεκινήση μία νέα δράση με τίτλο: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ» (ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ 4ο ΤΟΜΟ γίνονται δεκτές έως τις 31/12/2020 - ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ: ΕΔΩ) και προσκαλεί όλους τους Λογοτέχνες, Ποιητές και Συγγραφείς να συμμετάσχουν σ' αυτήν. Σκοπός της εν λόγω δράσης είναι η προβολή μέσω αφιερωμάτων και συνεντεύξεων των σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών, Ποιητών και Συγγραφέων, είτε έχουν εκδώσει κάποιο βιβλίο είτε όχι και η δημιουργία του πρώτου τόμου της «Εγκυκλοπαίδειας των Σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών», η οποία έχει συσταθεί σε μία ανεξάρτητη ιστοσελίδα με τη μορφή ηλεκτρονικών τόμων και την έκδοση δωρεάν e-book.
Στη σημερινή μας παρουσίαση στα πλαίσια της δράσης: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ», θα σας παρουσιάσουμε τον λογοτέχνη, Βασίλη Διακοβασίλη, ο οποίος συμμετέχει στην «Εγκυκλοπαίδεια Σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών» και απάντησε στις ερωτήσεις του Εκδότη του Περιοδικού Κέφαλος, κ. Πλούταρχου Πάστρα, για το λογοτεχνικό του έργο, τα βιβλία και τη λογοτεχνία. 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΔΙΑΚΟΒΑΣΙΛΗ


1. Αν έπρεπε να δώσετε έναν ορισμό για τη λογοτεχνία, ποιος θα ήταν αυτός;

Για μένα η λογοτεχνία ορίζεται από τα κείμενα εκείνα, που διηγούνται μια ιστορία με τρόπο ικανό να μιλήσει στην καρδιά σου, να διεγείρει τα συναισθήματα σου και να κινητοποιήσει το μυαλό σου. Τα κείμενα εκείνα που σου χαρίζουν το ταξίδι, που τόσο χρειάζεσαι, σπάζοντας τους φραγμούς της καθημερινότητας σου.

2. Πότε ξεκινήσατε ν’ ασχολείστε με την τέχνη του λόγου και ποιος ήταν ο λόγος που σας παρότρυνε;

Οι πρώτες συγγραφικές μου απόπειρες ξεκινούν στην ηλικία των είκοσι περίπου. Διακόπηκαν όμως πολύ γρήγορα για να συνεχιστούν απρόσμενα θα έλεγα, μετά από 30 χρόνια. Ο λόγος που ξεκίνησα να γράφω και πάλι είναι λίγο παράξενος. Είχα διαβάσει ένα βιβλίο, το “Για εραστές και κλέφτες” του Πέδρο Θαραλούκι και βαθιά, μέσα μου γεννήθηκε η επιθυμία να πω την ιστορία της πρωταγωνίστριας Ντολόρες, με τον δικό μου τρόπο. Από τότε γράφω συνέχεια.

3. Γιατί γράφετε;

Γράφω, κυρίως για τη χαρά της δημιουργίας. Για το παιχνίδι της εύρεσης των πρωταγωνιστών και των μυστικών στα οποία εμπλέκονται. Για την έξαψη που νιώθω όταν προσπαθώ να συνθέσω μια ιστορία με τους πρωταγωνιστές μου. Για τη χαρά, της ολοκλήρωσης της προσπάθειας μου. 
Γράφω, διότι έχω την ανάγκη να εκμυστηρευτώ, πρώτα πρώτα στον εαυτό μου, όλα εκείνα που με βαραίνουν. 

Γράφω διότι η συγγραφή μιας ιστορίας με κάνει να νιώθω καλά με τον εαυτό μου. 

4. Ποια είναι η πηγή της έμπνευσής σας; 

Η πηγή της έμπνευσης μου, είναι κυρίως οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Όλοι έχουν κάποια ιστορία να πουν για τη ζωή τους. Μου αρέσει αυτές τις ιστορίες, να τις μετασχηματίζω, να τους δίνω λογοτεχνικό χαρακτήρα, να τις τοποθετώ σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, να τους δίνω ένα άλλο τέλος. Όσο κι αν φαίνεται απίθανο, κάθε μικρή, φαινομενικά ασήμαντη ιστορία, αποτελεί για μένα πηγή έμπνευσης. 

5. Με ποιο λογοτεχνικό είδος ασχολείστε περισσότερο;

Κυρίως με το διήγημα. Νομίζω ότι μου ταιριάζει περισσότερο. Μέσα σε λίγες σελίδες, ξεδιπλώνεις την ιστορία που θέλεις να πεις, χωρίς περίσσεια φτιασίδια. Ακόμα και ολόκληρη τη ζωή ενός πρωταγωνιστή μου, μου αρέσει να την συμπιέζω στα απολύτως σημαντικά,  χωρίς  να χάνονται τα κύρια σημεία της ζωής του, αυτά που κατά τη γνώμη μου, δίνουν ενδιαφέρον στην κάθε ιστορία.

6. Μιλήστε μας για το λογοτεχνικό σας έργο.

Ξεκίνησα να δημοσιεύω τα διηγήματα που έγραφα στο blog μου. Διαπίστωσα ότι είχαν θετική ανταπόκριση στους διαδικτυακούς μου φίλους. Αυτό με ενθάρρυνε να συνεχίσω. Διαπραγματευόμουν κυρίως ζητήματα σχετικά με το νησί της καταγωγής μου, για τους ανθρώπους του, για τα ήθη της κλειστής κοινωνίας των παλαιότερων χρόνων, για τις μνήμες των παιδικών και νεανικών μου χρόνων. Μου άρεσε όλα αυτά να τα εντάσσω σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο. Η ιστορίες μου, δηλαδή να συμπλέκονται με μικρά ή σημαντικά ιστορικά γεγονότα της πατρίδας μας. Στη συνέχεια άρχισα να γράφω, έχοντας ως έμπνευση μου την πραγματικότητα της τωρινής μου πατρίδας, της Μακεδονίας, και πάλι στο ίδιο πλαίσιο. Τα ήθη του τόπου και το ιστορικό πλαίσιο. Τα περισσότερα από αυτά είναι ακόμα αδημοσίευτα, εκτός από ένα που δημοσιεύτηκε σε μια συλλογική έκδοση με τίτλο ΔΡΑΜΑ, μια συλλογή διηγημάτων με φόντο την όμορφη πόλη της ανατολικής Μακεδονίας, από τις εκδόσεις iWrite.

7. Πείτε μας λίγα λόγια για το τελευταίο σας βιβλίο που έχει τίτλο: «ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΙΣΤΟΡΙΕΣ». 

Το βιβλίο μου είναι μια αυτοέκδοση του 2017, με τα διηγήματα, που είχα δημοσιεύσει μέχρι τότε στο blog μου. Προχώρησα στην έντυπη έκδοση για δύο λόγους. Πρώτα πρώτα, υπήρχαν πολλοί φίλοι και γνωστοί μου, οι οποίοι δεν είναι εξοικειωμένοι με την ηλεκτρονική μορφή ανάγνωσης. Ήθελα να τους δώσω την ευκαιρία να με διαβάσουν. Ο δεύτερος λόγος είναι η αγάπη μου για το βιβλίο στην κλασσική του μορφή. Ήθελα τα διηγήματα μου, να τα δω σε έντυπη μορφή. Υπάρχει βέβαια μια μορφή ματαιοδοξίας  σε όλο αυτό το εγχείρημα αλλά από την άλλη το διασκέδασα κιόλας, καθώς οργάνωσα μόνος μου όλη την έκδοση από τη στοιχειοθεσία ως το εξώφυλλο. Τα διηγήματα που περιέχει, πέρα από αυτά που ανέφερα προηγουμένως, ήταν ιστορίες που είχα την ανάγκη να τις πω. Πολλές από αυτές βάραιναν την ψυχή μου, σε όλες τις ιστορίες κάπου κρυβόμουν κι εγώ και όταν τις είδα δημοσιευμένες αισθάνθηκα τη γαλήνη της ολοκλήρωσης ενός κύκλου της ζωής μου. Είναι ιστορίες για την αγάπη, για τον χωρισμό, για τη μοίρα των ανθρώπων, για τις καλές στιγμές τους ή τις δύσκολες αποφάσεις που καλούνται να πάρουν.

8. Ποια είναι η αγαπημένη σας ώρα μέσα στην ημέρα που κάθεστε και γράφετε;

Νωρίς το πρωί, προτού χαράξει ακόμα, τότε που όλα είναι ήσυχα, πριν τις σκοτούρες της καθημερινότητας μας.

9. Πως θα χαρακτηρίζατε τη λογοτεχνική παραγωγή σήμερα;


Παρά την οικονομική και κοινωνική κρίση που περνά η χώρα μας, η ελληνική λογοτεχνική παραγωγή δίνει την αίσθηση της άνθησης. Πάρα πολλές εκδόσεις νέων τίτλων, κάποιων σίγουρα αξιόλογων, κάποιων που έχουν βρει τη συνταγή και πουλούν και μόνο με το όνομα του/της συγγραφέα και πολλών αδιάφορων. Ένα θέμα είναι και ο τρόπος που λειτουργούν οι εκδότες σήμερα. Ουσιαστικά, ένας νέος λογοτέχνης για να μπορέσει να εκδώσει ένα έργο του, εκχωρεί όλα τα δικαιώματα του στον εκδότη ή οφείλει να χρηματοδοτήσει την έκδοση του. Από τη μία είναι καλό που υπάρχουν οι αυτο-εκδόσεις και ο κάθε επίδοξος συγγραφέας να έχει τη χαρά να βλέπει το έργο του τυπωμένο αλλά από την άλλη, τα best-sellers τα μονοπωλούν οι γνωστοί εκδοτικοί οίκοι, δίκαια κατά τη γνώμη μου. 

10. Ποιο θεωρείτε πως είναι το μυστικό της επιτυχίας ενός Best Seller;

Πρώτα πρώτα να υπάρχει ένα πολύ καλό θέμα, ενδιαφέρον για την πλειονότητα των αναγνωστών αλλά όχι σύνηθες, το οποίο ο συγγραφέας να μπορεί να το  διαπραγματευτεί ποικιλοτρόπως. Ο λόγος να είναι διάφορος από αυτόν που μας έχουν μάθει και να ξεχωρίζει για την εκφραστική του πρωτοτυπία. Να είναι φανερό ότι ο συγγραφέας κοπίασε για να ολοκληρώσει το έργο του. Έψαξε πηγές, μελέτησε χρόνους και γεγονότα, δεν υποπίπτει στα λεγόμενα πραγματολογικά λάθη. Νομίζω ότι αυτά είναι εκείνα τα στοιχεία που κάνουν ένα έργο best seller.

11. Αν έπρεπε να επιλέξετε ανάμεσα στο έντυπο ή στο ηλεκτρονικό βιβλίο, εσείς ποιο θα επιλέγατε; 

Σίγουρα το έντυπο. Αν και λάτρης των Νέων Τεχνολογιών, όσες φορές προσπάθησα να διαβάσω κάποιο λογοτεχνικό έργο από κάποια οθόνη, αυτό με κούρασε και θαρρείς ότι δημιουργούσε μια απόσταση ανάμεσα σε μένα, τον αναγνώστη με τον συγγραφέα. Μου αρέσει η αίσθηση των σελίδων στα δάχτυλα μου, είτε είναι χειμώνας και κάθομαι στην πολυθρόνα είτε είναι καλοκαίρι στη σεζλόνγκ σε κάποια παραλία. Μου αρέσει να βλέπω τη ράχη των βιβλίων στη βιβλιοθήκη και μόνο με την εικόνα του εξώφυλλου να θυμάμαι τις γλυκιές στιγμές που μου χάρισαν, διαβάζοντάς τα. Σίγουρα το έντυπο, ειδικά για τη Λογοτεχνία.

12.  Ποια συμβουλή θα δίνατε σ’ ένα νέο λογοτέχνη;

Πολύ διάβασμα, ο καλός συγγραφές πρέπει να διαθέτει ένα πλούσιο απόθεμα καλών λογοτεχνικών έργων στην άκρη του μυαλού του. Καλή γνώση της γλώσσας μας, δίχως όμως να φοβάται να την υπερβεί, αν νομίζει ότι με αυτόν τον τρόπο εκφράζεται καλύτερα. Συστηματική γραφή, σε καθημερινή βάση αν γίνεται. Και κυρίως να μην φοβάται να περάσει στο χαρτί ότι εκείνος θεωρεί σπουδαίο. Να κοινοποιεί τα έργα του, όπου μπορεί, δίχως φόβο ή ντροπή.

13. Τώρα ας περάσουμε στην πλευρά του αναγνώστη. Ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διαβάσατε;


Ένα βιβλίο του Ίαν Μακγιουάν, το “Νόμος περί τέκνων”. Θα μπορούσε να το χαρακτηρίσεις ως δικαστικό δράμα, αλλά όπως όλα τα καλά βιβλία, ξεπερνά εύκολα αυτό το πλαίσιο. Είναι ένα βιβλίο, που σου δίνει την ευκαιρία να σκεφτείς πολλά για τις οικογενειακές σχέσεις γενικότερα. Ένα βιβλίο που διαβάζεται εύκολα και ευχάριστα, προβληματίζοντάς σε όμως για το πόσο πολύπλοκη μπορεί να γίνει η ζωή μας.

14. Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Από τους Έλληνες, ο Νίκος Καζαντζάκης. Δυνατή πένα που δημιουργεί ανεπανάληπτους ήρωες, που εκμεταλλεύεται αριστοτεχνικά τον ιστορικό χρόνο, απόλυτα φιλοσοφημένος, διαχρονικός. Από τους ξένους, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Γράφει για την πατρίδα του, με έναν τρόπο μαγικό θα έλεγα. Έχει την ικανότητα να σε μεταφέρει νοερά, στα δύσκολα χρόνια της χώρας του και να σου περιγράφει με παραμυθιακό τρόπο την σκληρή πραγματικότητα που βίωσε η γενέτειρα του, η Κολομβία. 

15. Ποια είναι τ’ αγαπημένα σας βιβλία;


Όπως είναι φυσικό, πολλά. Θα προσπαθήσω να ξεχωρίσω κάποια. 
100 Χρόνια Μοναξιάς,  Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες
Καπετάν Μιχάλης – Αναφορά στο Γκρέκο, Νίκος Καζαντζάκης
Confiteor , Cabre Jayme
Μικρές Ατιμίες, Πάνος Καρνέζης
Γυναίκες ευσεβείς του πάθους, Περικλής Κοροβέσης
Ιστανμπούλ, Οχράν Παμούκ
Ανεμώλια , Ισίδωρος Ζουργός
Ιδιαίτερα θέλω να σταθώ στον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις, που αν και με κούρασε πολύ όταν το πρωτοδιάβασα, μου έδειξε πόσο επίπονη μπορεί να είναι η καλή συγγραφή. 

16. Τελευταία ερώτηση. Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια στο χώρο της λογοτεχνίας;

Ολοκληρώνω ένα μυθιστόρημα με μια ενδιαφέρουσα, όπως νομίζω, ιστορία. Συγχρόνως ετοιμάζω και μια νέα συλλογή διηγημάτων. Θα χαιρόμουν να τα έβλεπα να εκδίδονται από κάποιον γνωστό εκδοτικό οργανισμό.



*     *     *


Συνέχισε το δρόμο του!
(του Βασίλη Διακοβασίλη) 


Σκότωνε την ώρα του, περπατώντας αργά, παρά τις προσπάθειες των γύρω του να τον συμπαρασύρουν στο ρυθμό τους. Την περισσότερη ώρα παρατηρούσε το απέναντι πεζοδρόμιο. Τον κόσμο φορτωμένο τσάντες, τις ρεκλάμες των καταστημάτων. Tον αποσπούσε μόνο το πέρασμα των λεωφορείων, φορτωμένα κόσμο κι αυτά, που περιόριζαν το οπτικό του πεδίο. Περπατούσε σαν να ήταν μόνος, σαν να μην υπήρχε γύρω του όλος αυτός ο κόσμος, ο οποίος για κάποιο λόγο έτρεχε. Ίσως το τσουχτερό κρύο του βαρδάρη να τάχυνε το βήμα τους. Ίσως πάλι έφταιγε η βιασύνη τους, να προλάβουν και την επόμενη εκπτωτική ευκαιρία, στο παραδίπλα κατάστημα.
Από μακριά την είδε, να παρασύρεται κι αυτή μαζί με τους υπόλοιπους, φορώντας ένα βαρύ πανωφόρι, μα το πρόσωπο της δεν το είχε ξεχάσει. Πως ήταν δυνατό άλλωστε.... Όσο κι αν ο χρόνος είχε αφήσει τα σημάδια του πάνω της, αυτός τη γνώρισε. Είχαν συναντηθεί, μια και μοναδική φορά, πριν από αρκετά χρόνια, εκεί στο νησί της καταγωγής του, τότε που ακόμα ζούσαν το παρόν και ονειρεύονταν το μέλλον...
...............................................................................................................................................................................................
Τα τεράστια ηχεία που είχαν στηθεί, φρόντιζαν ώστε η μουσική να ακούγεται σε όλη τη μικρή, παραθαλάσσια πόλη. Τα φωτορυθμικά αλλοίωναν τις μορφές, τα ποτά διέλυαν τις όποιες αναστολές. Ο χώρος που είχε οριστεί ως πίστα, πλήρης με κορμιά που συναγωνίζονταν στις κινήσεις που επέβαλαν οι Disco ρυθμοί. Τριγύρω οι υπόλοιποι, άλλοι μόνοι, άλλοι σε μικρές ομάδες, απλώς "κοίταζαν", εξάλλου ήταν αδύνατον η φωνή τους να ξεπεράσει την ένταση της μουσικής. Τα νεύματα, οι κινήσεις των χεριών ή και του σώματος ήταν ο μόνος τρόπος για να συνεννοηθείς, εκτός κι αν έβγαινες στο μακρόστενο μπαλκόνι, που βρισκόταν μπροστά στην αίθουσα που γινόταν το "πάρτι", ακριβώς πάνω από τα παράξενα, φωτισμένα θαλασσόβραχα. Εκεί μπορούσες να μιλήσεις, να φλερτάρεις...
Αυτή καθόταν εκεί, σε μια γωνία, με ένα ποτήρι στο χέρι, με το βλέμμα σταματημένο κάπου μακριά, προς την απέναντι σκοτεινή ακτή.
Πλησίασε.
- Γεια σου, μόνη;
Αυτή, γύρισε το κεφάλι της, για ελάχιστα έλεγξε το πρόσωπο του. Του έγνεψε να καθίσει.
Για λίγο κάθισαν αμίλητοι.
- Μου φέρνεις ένα ποτό;
Σηκώθηκε, μπήκε ξανά στην αίθουσα, κατευθύνθηκε προς το αυτοσχέδιο μπαρ, μα τα ποτά είχαν τελειώσει.
- Δεν είναι η τυχερή βραδιά σου. Δεν έμεινε τίποτα!
Βιαστικά μάζεψε τη τσάντα της, σηκώθηκε, κάνει δυο βήματα, σταματάει , γυρίζει και τον ρωτάει:
- Πάμε;
Την ακολούθησε. Πέρασαν μέσα από την αίθουσα την ώρα που ακουγόταν η τελευταία επιτυχία του Mickel Jacson μαζί με ξαναμμένα, ιδρωμένα κορμιά στην πίστα, ανέβηκαν τα σκαλοπάτια προς την έξοδο και βγήκαν στο δρόμο. Περπατούσαν ο ένας δίπλα στον άλλο αμίλητοι, ως που πέρασαν και τα τελευταία καταστήματα της μικρής πόλης. Πρώτη συστήθηκε η Αντιγόνη. Βρέθηκε στο νησί, φιλοξενούμενη μιας φίλης της. Την ημέρα απολάμβανε την χαλαρή βόλτα στα παραλιακά καφέ, τις ατελείωτες πολιτικές συζητήσεις, που γίνονταν απλά και μόνο για να γίνονται, τις αληθινά καταπληκτικές παραλίες, την αλμύρα και τον ήλιο που χάιδευε το σώμα της, τα βλέμματα των αντρών. Μόλις όμως ο ήλιος έδυε πίσω από την "κοιμωμένη", την κορυφογραμμή που χώριζε το νησί από το Αιγαίο, σιγά σιγά την κυρίευε η μελαγχολία, η θύμηση της πόλης της, της Θεσσαλονίκης. Η βραδινή βόλτα στη λεωφόρο Νίκης, η στάση στον Λευκό Πύργο, ο ήλιος που έδυε πίσω από τους γερανούς του λιμανιού, το άρωμα της πόλης της. Έτσι κι απόψε, αν και το πάρτι που γινόταν αποτελούσε το σημαντικότερο καλοκαιρινό γεγονός, για τη νεολαία του νησιού, αυτής της ήταν τελείως αδιάφορο.
Εκείνος πάλι, ο Βαγγέλης, μόλις είχε τελειώσει το στρατιωτικό του και βρισκόταν στο νησί για να απολαύσει, ένα ακόμα καλοκαίρι. Γνώριζε, ότι πιθανόν θα ήταν το τελευταίο, ανέμελο καλοκαίρι του, το οποίο θα το περνούσε ανάμεσα στις παραλίες του νησιού, τις βραδινές εξόδους στα δυο τρία μπαρ της πόλης, στα πανηγύρια του νησιού, παρέα με τους παιδικούς του φίλους και με καινούριες γνωριμίες, από το πλήθος των θηλυκών απογόνων των νησιωτών, που είχαν διασκορπιστεί σε όλον τον κόσμο και επισκέπτονταν το νησί με προτροπή των γονιών τους, για να μην ξεχάσουν τις ρίζες τους και αν ήταν το τυχερό τους... να γνωρίσουν και να παντρευτούν κάποιον από τον τόπο καταγωγής τους. Μα γρήγορα τα είχε βαρεθεί όλα αυτά, του φαίνονταν όλα τόσο ίδια με αυτά του προηγούμενου καλοκαιριού κι εκείνα τόσο ίδια με εκείνα του πιο προηγούμενου καλοκαιριού, είχε βαλτώσει. Δεν έβλεπε την ώρα, να περάσουν οι μέρες και να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου τον περίμενε η πρώτη του δουλειά σε μια εταιρία τροφίμων, στο λογιστήριο.
Χωρίς να το καταλάβουν, βρέθηκαν στην άκρη της πόλης, προς το παλιό τηλεγραφείο, στο μπαρ του Άγγλου. Ελάχιστος κόσμος, δυο ζευγάρια τουριστών, αμίλητα, με το ποτό στο χέρι, παρατηρούσαν το φεγγάρι που χανόταν πίσω από τον απέναντι λόφο και ένας ντόπιος, που κάτι ψιθύριζε στον μπάρμαν με συνωμοτικό ύφος .
Οι ροκ μπαλάντες των Dire Straits που ακούγονταν, ταίριαζαν απόλυτα και με το χώρο και με τη διάθεση τους. Κατευθύνθηκαν προς το μπαρ, ζήτησαν δυο extra dry martini, τα πήραν και κατευθύνθηκαν προς το πιο ακριανό τραπέζι, με θέα την παραλία.
.............................................
Στις 2 παρά, από τα μεγάφωνα του μαγαζιού, ο Τζον, ανάγγειλε ότι το μαγαζί δεν σερβίρει άλλα ποτά. Στις 2 ακριβώς έσβησαν τελείως τα έξω φώτα και σταμάτησε η μουσική. Στο σκοτάδι, ο Βαγγέλης άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της, μα πριν προλάβει εκείνη ήδη κρατούσε το δικό του. Σηκώθηκαν, πέρασαν πάνω από το χαμηλό πεζούλι, που έζωνε το μαγαζί και μετά από λίγα μέτρα, ήταν καθισμένοι στην υγρή άμμο της παραλίας. Στο βάθος φαινόταν ο φάρος του λιμανιού, που αναβόσβηνε και η σιλουέτα του θεόρατου βράχου... ίσα που ακουγόταν η μουσική από το πάρτι που συνεχιζόταν. Την τράβηξε κοντά του, τα χείλη τους έσμιξαν σε ένα φιλί όλο πάθος.
- Θέλω να βουτήξω... δεν έχω κάνει ποτέ μου νυχτερινό μπάνιο, έλα πάμε! είπε εκείνη. Και πριν προλάβει να της απαντήσει, ήδη ήταν γυμνή και κατευθυνόταν προς το νερό. Σταμάτησε για λίγο, όταν τα πόδια της ένιωσαν την δροσιά του νερού, έκανε δύο ακόμα βήματα και χάθηκε στο σκοτάδι.
Ο Βαγγέλης κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα. Στο πυκνό σκοτάδι, ήταν αδύνατον να τη διακρίνει. Η θάλασσα ήταν πιο σκοτεινή από ποτέ. τίποτα δεν φαινόταν. Ακουγόταν μόνο, που και που, τα κτυπήματα των χεριών της στο νερό. Με μια αίσθηση αμφιβολίας, έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε. Όταν έβγαλε το κεφάλι του έξω από το νερό ένιωσε τη μοναξιά της στιγμής. Δεν έβλεπε τίποτα. Απόλυτο σκοτάδι. Μόνο το φως του φάρου, όριζε τη θέση του. Γύρισε το κεφάλι του, το σώμα του, μα και πάλι ήταν μόνος. Έκανε μερικές απλωτές κατά μήκος της παραλίας, έτσι πίστευε, σταμάτησε, προσπάθησε να αφουγκραστεί τις κινήσεις της. Μόνος, στο απόλυτο τίποτα. Να αιωρείται στο νερό, να τον καταπίνει το σκοτάδι, να μην ακούει τίποτα.
Το χέρι της τον έπιασε από το ώμο. Κόλλησε το σώμα της πάνω του. Τα στόμα τους ενώθηκε σε ένα λυτρωτικό φιλί, εκεί στο απόλυτο τίποτα, ισορροπώντας ανάμεσα στο πάθος και το βυθό. Ελευθερώθηκε και κρατώντας το χέρι της, την οδήγησε προς την ακτή. Μόλις ένιωσε την άμμο στα πόδια του, σταμάτησε και την τράβηξε κοντά του. Ο ένας δόθηκε στον άλλο με έναν πρωτόγνωρο, μαγικό τρόπο. Το μυαλό άδειασε, μόνο τα σώματα υπήρχαν. Τα σώματα και οι καρδιές τους να χορεύουν στο ρυθμό της νιότης τους. Δυο κραυγές ικανοποίησης, τα σώματα χαλάρωσαν, αφέθηκαν.
Με δυσκολία βρήκαν τα ρούχα τους, ντύθηκαν.
Προσπάθησε να τη φιλήσει.
-Υπάρχει και το αύριο, του απάντησε.
.......................................................................................................
Την άλλη μέρα ξύπνησε αργά, κατέβηκε στον παραλιακό και πέρασε από το μικρό καφέ, δίπλα από το παλιό τελωνείο. Θα τον συναντούσε εκεί. Κάθισε, παράγγειλε καφέ! Ο βαρύς ιδιοκτήτης του μαγαζιού, σε λίγη ώρα μαζί με τον καφέ του έφερε κι έναν κλειστό φάκελο.
-Αυτό είναι για σένα.
Τον άνοιξε, μέσα ένα βιαστικό σημείωμα: Μη με ψάξεις, έφυγα με την πρωινή πτήση για Θεσσαλονίκη. Αντίο!
.................................................................................................................................................................................
 Σταμάτησε, προσπάθησε να την δει και πάλι μα είχε χαθεί ανάμεσα στους δεκάδες εποχούμενους της Τσιμισκή. Συνέχισε το δρόμο του!




Της γυναίκας η καρδιά είναι μια άβυσσος... 
(του Βασίλη Διακοβασίλη)

Τα φώτα του μπαρ, είχαν χαμηλώσει από ώρα.  Με που ακούστηκε η φωνή του Διονυσίου από τα ηχεία, εκείνος έγνεψε για ένα ποτό ακόμα. Έπιασα ένα καθαρό ποτήρι, έβαλα παγάκια, άνοιξα το μπουκάλι με το γλυκό ουίσκι της Νέας Ορλεάνης και το γέμισα. Με το ένα χέρι έπιασα το άδειο ποτήρι και με το άλλο, του πρόσφερα το γεμάτο. Έγνεψα ότι αυτό ήταν κερασμένο και κάθισα απέναντι του κρατώντας το πάντα γεμάτο, δικό μου. Το τσούγκρισα ελαφρά με του πελάτη μου. Καταλάβαινα ότι για εκείνον είχε φτάσει η ώρα των εξομολογήσεων. Τον έβλεπα ότι  ήταν έτοιμος να μου ανοίξει την καρδιά του, ότι ήθελε να κάνει μια ακόμα προσπάθεια για να φέρει πιο κοντά τη στιγμή, που η καρδιά του θα αλάφρυνε απ΄ το παράπονο που την βασάνιζε. Το ποτό βοηθούσε, έλυνε τους κόμπους της γλώσσας. Εγώ, έπρεπε μόνο να ακούω.  Με κοίταξε για λίγο στα μάτια, του έγνεψα ότι ήμουν έτοιμος να τον ακούσω και άρχισε.
  “ Δεν μπορώ να ξεχάσω εκείνο το πρωινό. Ο δρόμος ανηφορικός, γεμάτος στροφές, το οδόστρωμα σε άθλια κατάσταση, η ομίχλη μια με έκανε να χάνω κάθε επαφή με τον τόπο και μια εξαφανιζόταν ανακουφίζοντάς με. Τα νεύρα μου ήταν στη τσίτα μήπως και χάσω τη λευκή διαγράμμιση, το μόνο σημάδι ότι βρισκόμουν στο δρόμο. Ξημέρωνε πια! Ήξερα ότι έπρεπε να είμαι κάπου κοντά. Στο βάθος, πίσω από τους λόφους που έκρυβαν τη θάλασσα, ο ουρανός άρχιζε να ζεσταίνει, το άχρωμο ακόμα φως έκανε την εμφάνιση του. Δεν είχα χρόνο όμως γι’ αυτά. Σε διαφορετικές συνθήκες θα σταματούσα και θα περίμενα να φωτογραφίσω το πρώτο κοκκίνισμα της ημέρας. Δεν έπρεπε να χάσω την παράκαμψη, που θα με οδηγούσε στον προορισμό μου. Αγωνιούσα μα ήμουν και χαρούμενος! Πόσο αφελής ήμουν. ”
 Σταμάτησε για λίγο,  ήπιε μια γουλιά ακόμα, άναψε τσιγάρο, τράβηξε μια δυνατή τζούρα. 
  "Την περίμενα καιρό αυτήν την ημέρα. Πίστευα ότι επιτέλους θα εξιλεωνόμουν.  Ο άθλιος είχα κάνει ότι χειρότερο μπορούσε να κάνει ένας ερωτευμένος! Ξεπούλησα τη γυναίκα της ζωής μου... εκείνο το βράδυ, έναντι ενός χρέους που εγώ δημιούργησα... για να φτιάξω εκείνο το μπαράκι, σε μια ξεκομμένη παραλία της Καρπάθου! Δεν μπόρεσα να ξεπληρώσω αυτά που υποσχέθηκα στην ώρα τους. Τότε μου ζήτησε την Όλγα. Θα την κράταγε ως ενέχυρο είπε, μέχρι να τον ξοφλήσω! Δεν είχα επιλογή!"
 Τράβηξε πάλι μια τζούρα από το τσιγάρο του, φύσηξε τον καπνό προς τα πάνω, πήρε μια βαθιά ανάσα σαν να του είχε κοπεί ο αέρας για λίγο. 
  "Ήλθε ο ίδιος και με βρήκε μαζί με δύο φουσκωτούς δίπλα του. Την φώναξα κοντά μας. Ήμουν σίγουρος ότι θα γέλαγε, ότι θα το θεωρούσε ως κάποιο αστείο. Δεν έγινε όμως έτσι. Εκείνη τον ακολούθησε χωρίς αντίρρηση, σαν να ήταν κάτι που από καιρό περίμενε να συμβεί! Ξαφνιάστηκα! Δεν περίμενα να τον ακολουθήσει τόσο εύκολα. Δεν περίμενα καν να τον ακολουθήσει! Είχε κόσμο εκείνη την ώρα. Η παραλία ήταν γεμάτη. Ερωτευμένα ζευγάρια, οικογένειες, παιδιά... Μπορούσε να αρνηθεί, να αντισταθεί, να ζητήσει τη δική μου βοήθεια... Μα δεν το έκανε, τον ακολούθησε σιωπηλά κι εγώ απλώς κοιτούσα. Κατέβηκαν τη παραλία, μπήκαν στο φουσκωτό, επιβιβάστηκαν στη θαλαμηγό του και έφυγαν... Μαζί στήσαμε την επιχείρηση! Μαζί  αποφασίσουμε να κάνουμε αυτό στη ζωή μας. Τη δημιουργία του μικρού παράδεισου μας, μαζί την ονειρευτήκαμε. Συνδυάσαμε το καλοκαίρι με τη δουλειά, δίπλα στη θάλασσα που αγαπούσαμε. Ο τόπος εκείνος έμοιαζε να είναι κατάδικος μας και... ήμασταν ευτυχισμένοι! Ειδικά εκείνα τα βράδια που το φεγγάρι φώτιζε την παραλία κι εμείς αγκαλιασμένοι κοιμόμαστε αποκαμωμένοι πάνω στην άμμο, ακούγοντας το απαλό κτύπημα των κυμάτων… Έτσι νόμιζα!"
 Έβαλε και πάλι το τσιγάρο στο στόμα, η καύτρα κοκκίνισε δυνατά, ο καπνός γέμισε τον χώρο.
  "Είδα επιτέλους την πινακίδα που τόση ώρα περίμενα, έστριψα, μπήκα σε ένα στενό δρομάκι και σε λίγο βρισκόμουν μπροστά στη βίλα του πλούσιου χρηματοδότη μου. Ολόγυρα την έζωνε μια βαριά σιδερένια περίφραξη, η πόρτα κλειστή, ίσα που ξεχώριζα το δεύτερο όροφο. Περίμενα. Ήταν ακόμα πολύ πρωί. Η ανατολή μόλις έκανε την εμφάνιση, στο προχωρημένο φθινόπωρο. 
  Βγήκα από το αυτοκίνητο. Με περίμεναν. Η βαριά πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε εκείνη. Τα μακριά της μαλλιά της ριγμένα στους ώμους της, ταλαιπωρημένα από τη νύχτα. Φορούσε μια ελαφριά ζακέτα πάνω από ένα διάφανο νυχτικό, δεν το είχε όσο ήμαστε μαζί. Πίσω της εκείνος. Δυνατός, ικανοποιημένος!
- Πάμε, έλα μπες στο αυτοκίνητο!
- Όχι, Μιχάλη. Φύγε! Όχι! Δεν μου ταιριάζει η ζωή δίπλα σου. Φύγε!
  Την πλησίασα. Η ματιά της τα έλεγε όλα! Δεν είχε φόβο, ούτε έδειχνε λύπηση, μόνο σιγουριά γι΄ αυτά που έλεγε! Την είχα χάσει. Τα λόγια της, που με πίκραιναν τόσο εκείνη τη στιγμή, ήταν αληθινά...  Ίσως να ήταν τα μόνα αληθινά λόγια που μου είπε ποτέ! 
Γι΄αυτό, λοιπόν σου λέω: Της γυναίκας η καρδιά είναι μια άβυσσος….”
  Άδειασε το ποτήρι του, έσβησε το τσιγάρο, σηκώθηκε και βγήκε από το μαγαζί. Δεν τον ξανάδα ποτέ από εκείνο το βράδυ. Ίσως πράγματι να ξελάφρωσε λίγο από τον πόνο που τον έκαιγε και να ξαναγύρισε στην παραλία του. Η άνοιξη είχε πια μπει για καλά, θα έπρεπε να ετοιμάζεται αν ήθελε να συνεχίσει να δουλεύει στον παράδεισο του... Ίσως πάλι, να μην το άντεχε, να μην ήταν πια ο παράδεισος αλλά η κόλαση που συνεχώς θα του θύμιζε εκείνη. Ίσως να μην ήμουν εγώ ο γιατρός που ήθελε. Ποιος ξέρει σε ποιο άλλο μπαρ να τα πίνει κάθε βράδυ; Γι΄ αυτό σου λέω φίλε, υπάρχουν και χειρότερα από τα δικά σου. 
 Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας, αυτός που καθόταν τώρα απέναντι μου χαμογέλασε, μου πρόσφερε τσιγάρο, του άναψα το δικό του με τον αναπτήρα μου... γι΄ αυτόν ήμουν σίγουρος, δεν θα τον έχαναν από πελάτη...
                                                                        
Οκτώβρης 18




Έτσι ήταν καλύτερα
(του Βασίλη Διακοβασίλη)


Κυριακή πρωί και η Ζωή, βρίσκεται μπροστά στον καθρέπτη του δωματίου της, δένοντας κότσο τα μαλλιά της. Η Αντιγόνη, η μάνα της περνά απέξω, κοντοστέκεται για λίγο, την παρατηρεί.
" Πως περνούν τα χρόνια... τριαντάρισες πια κόρη μου.... τη δική σου οικογένεια θα έπρεπε να ετοιμάζεις για την εκκλησία... με ποιον να φτιάξεις νοικοκυριό απ΄ εκεί; ..."
Μέσα της τα είπε βέβαια, πρωί Κυριακής ποιος είχε όρεξη για καβγά; Μπήκε στην κουζίνα, άνοιξε την τηλεόραση στο κρατικό, η λειτουργία είχε αρχίσει, χαμήλωσε λίγο τη φωνή. Έπιασε το μπρίκι, έβαλε νερό, άναψε το γκαζάκι. Έπιασε το φλιτζάνι της, έβαλε μια κουταλιά απ΄ το δυνατό καφέ που της άρεσε, μισή ζάχαρη. Όταν είδε το νερό να βγάζει τις πρώτες φουσκάλες, το έκλεισε και άδειασε το νερό στο φλιτζάνι. Ανακάτεψε βιαστικά και κάθισε στο ντιβάνι για να τον πιει. Μια ιεροτελεστία, καθημερινή, την οποία τηρούσε με θρησκευτική ευλάβεια. Έβαλε τα γυαλιά της, έπιασε το βιβλίο, που διάβαζε αυτή την εποχή, το τελευταίο της Μαντά και το άνοιξε στη σελίδα, που το είχε αφήσει την προηγούμενη. Της άρεσαν οι ιστορίες της. Μιλούσαν για γυναίκες έξυπνες, δυναμικές αλλά που η τύχη τις έφερε να κακοπέσουν δίπλα σε έναν ανάξιο τους άντρα. Για γυναίκες που μάχονται για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα ή που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την πεθερά, που θεωρεί ότι ο γιος της άξιζε καλύτερης τύχης. Πολλές φορές πάλι η γυναίκα έχει το πάνω χέρι τότε “σέρνει” στα πόδια της τον δύστυχο ερωτευμένο, παίρνοντας εκδίκηση επιτέλους, για όλα τα δεινά, που υπέμειναν οι υπόλοιπες πρωταγωνίστριες της. 
- Φεύγω μάνα! Να δω πότε θα 'ρθεις μαζί μου, ποια Κυριακή θα ΄ναι αυτή; Μα πώς σ΄ αρέσει η λειτουργία απ΄ την τηλεόραση; Τέλος πάντων, τα ίδια να λέμε; Γεια σου!
Εκείνη έτσι το ήθελε. Να ακούγεται έτσι σιγανά, ίσα ίσα η μελωδία από την Μητρόπολη να χαϊδεύει τ΄ αυτιά της, δίχως να χρειάζεται να ακούει τα λόγια, δίχως τα συνεχή ανασηκώματα που θα έκανε αν βρισκόταν στο ναό της γειτονιάς της, ίσα ίσα να τη συνοδεύει στις σκέψεις της. 
Συνέχισε το διάβασμα της, μέχρι που, στην πόρτα εμφανίστηκε ο άντρας της.
- Καλημέρα Αντιγόνη!
Κάθισε απέναντι της, έτοιμος, κουστουμαρισμένος, με τη γνώριμη μυρωδιά του after save που φορούσε.
- Να σου κάνω καφέ;
- Όχι, όχι... θα πιω στο καφενείο.
Ποτέ δεν έπινε καφέ, το πρωί στο σπίτι. Πριν τη δουλειά, σταματούσε στο μπουγατσατζίδικο, που βρισκόταν στον κεντρικό δρόμο πριν τη λεωφόρο κι εκεί έπινε τον πρώτο καφέ της ημέρας, μαζί με όλους όσους ξυπνούσαν νωρίς για να πάνε στη δουλειά τους. Η παρέα ίδια, εδώ και χρόνια. Μα ο άντρας της, τη συνήθεια αυτή την κρατούσε ακόμα και τις Κυριακές, που η δικαιολογία της δουλειάς δεν υπήρχε. 
" Λες να έχει ξελογιαστεί με κείνη, την πονήρω, τη Ρίτα... "
Τον κάρφωσε στα μάτια.
- Τι ρε Αντιγόνη; Αφού ξέρεις. Ο καφές χωρίς τσιγάρο δεν γίνεται κι εδώ απαγορεύεται...
- Καλά κάνε, ότι θες. Ότι και να πω, δεν θ΄ αλλάξει τίποτε. Την κόρη μας την είδες; Πότε θα τη δεις;
- Τι έγινε με δαύτη;
- Τι έγινε! Τριάντα έγινε πια. Δουλειά, σπίτι κι από εκεί εκκλησία, λειτουργία για λειτουργία δεν αφήνει, θυμίαμα μυρίζουν τα ρούχα της, άβαφη και τώρα μου μόστραρε και τον κότσο στο κεφάλι.... και αύριο θα μου φύγει για κανένα μοναστήρι..... Εσένα δεν σε ανησυχούν αυτά; Τα θεωρείς φυσιολογικά; Μια την έχουμε; Μίλα της και συ κάποια φορά! Πατέρας της είσαι! Πες κάτι!
- Τι να σου πω, ρε Αντιγόνη; Τι να σου πω; Αυτά που λέει όλη η γειτονιά. Θα τα ΄χεις ακούσει.... Τα ξέρεις!
Ήξερε τι ακουγόταν. Για όλες εκείνες τις "θεούσες", έτσι τις έλεγαν στη γειτονιά, ανάμεσα τους και η κόρη τους... που κόλλησαν γύρω στον παπά που ήλθε στην ενορία τους, πριν από λίγα χρόνια. Νέος, πρόσχαρος, ακούραστος, είχε καταφέρει να αναστήσει τον ναό των Ταξιαρχών. Όμορφο δεν τον έλεγες αλλά σίγουρα είχε κάτι που μαγνήτιζε τον κόσμο. Πώς τα κατάφερε, να πείσει τόσο κόσμο, να προσφέρει όλα εκείνα τα χρήματα και να κάνει την εκκλησία τους σαν καινούρια; Άλλαξε τα μάρμαρα στην είσοδο, την παλιά σιδερένια πόρτα με μια περίτεχνα σκαλισμένη, από ακριβό ξύλο, τα προσκυνητάρια, τα σκεύη του ιερού... και γύρω του, προσκολλημένες οι θεούσες, ανάμεσα τους και η Ζωή τους, αυτή ήταν ελεύθερη τουλάχιστον, καλό δεν είναι και αυτό μα και εκείνες οι άλλες, παντρεμένες, με άντρα, με παιδιά, πότε προλαβαίνουν τις δουλειές του σπιτιού, κι ύστερα σου λένε τις φοράνε τα κέρατα. Μα πως θα γίνει;
- Της μίλησα ρε Αντιγόνη, δεν της μίλησα; Τότε που νόμιζα ότι περνούσε ακόμα ο λόγος μου. Το ξέχασες; Και ποιο το αποτέλεσμα; Από εκεί που ήμουν ο μπαμπάς της, τώρα είμαι ένας... ξένος. Πάει και το μπαμπάς, πάνε και τα χαριεντίσματα που κάναμε, πάνε και τα αστεία που λέγαμε... Τώρα: "πατέρα, να σου φτιάξω έναν καφέ;"  Δεν είναι πια κοριτσάκι. Τριάντα χρόνων γυναίκα είναι πια! Ότι και να της πεις... μπαινάκης και βγαινάκης, Αντιγόνη μου!
Δίκιο έχει, μονολόγησε από μέσα της η Αντιγόνη. Μήπως δεν της μίλησε κι εκείνη, πόσες μα πόσες φορές... Μα αυτή εκεί, δίπλα στο παπά Δημήτρη, ότι έλεγε εκείνος νόμος απαράβατος, ότι έλεγε η μάνα της, ασήμαντο, ανάξιο σχολιασμού. Δεν μπορεί, κάτι άλλο συμβαίνει. Εκείνος είναι ένας ξένος. Εμείς είμαστε οι γονείς της. Εμείς ίσα που την βλέπουμε στο σπίτι. Εκείνος, σχεδόν κάθε μέρα. Πόσο κανονικό είναι αυτό για μια γυναίκα ελεύθερη στην ηλικία της;
- Τι σκέφτεσαι ρε Αντιγόνη; Πες μου κι εμένα να καταλάβω κάτι περισσότερο!
- Άκου Περικλή... Όλο αυτό που συμβαίνει δεν μου αρέσει... Στα νιάτα της πάνω, εικοσιπέντε ήταν όταν άρχισε αυτή η ιστορία... και χαιρόμουν ο βλάκας, έλεγα κοντά στο Θεό θα είναι, καλό θα είναι γι΄ αυτήν. Και μήνα με το μήνα, άλλαζε... κι έλεγα εγώ, ο δρόμος του Θεού είναι αυτός. Ούτε ξενύχτια πια, ούτε τις παρέες εκείνες πια έχει, που τότε με ανησυχούσαν, ούτε ψώνια καλά καλά δεν κάνει για τον εαυτό της. Δεν είναι ο δρόμος του Θεού αυτός! Οικογένεια έπρεπε να έχει τώρα! Σήμερα Κυριακή, θα έπρεπε να μου φέρνει τα εγγόνια μου εδώ! Κι αν μου φύγει; Κι αν μου κλειστεί σε κανένα μοναστήρι; Τι θα κάνω εγώ μόνη μου εδώ... και εσύ μόνος σου εκεί;
Ένιωθε ο Περικλής τι του έλεγε η γυναίκα του. Τη μοναξιά τη βίωναν και οι δυο τους, κάθε ένας με το δικό του τρόπο, με ολοένα και σκληρότερο τρόπο, χρόνο με το χρόνο όλο και χειρότερα την αισθάνονταν. Σαν δυο ξένοι κάτω από την ίδια στέγη. Το συνήθισαν πια. Παρηγοριόταν, ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος. Ζήλευε όμως, πίσω από τα χαμόγελα έκρυβε τον πόνο του, όταν ο ένας του φίλος, εκεί στο καφενείο, πάντρευε τον γιο του, όταν ο άλλος κερνούσε για το πρώτο του εγγόνι, όταν ο τρίτος έφευγε κάθε τόσο διήμερα ταξίδια, με τη γυναίκα του. Όλα στη ζωή έχουν μια προβλέψιμη κατάληξη. Όχι όμως η δική τους, όχι όπως θα την ήθελε τουλάχιστον.
- Αντιγόνη, πες μου... εκείνον τον, πως τον λέγανε... τον Αναστάση, τον καθηγητή, που της είχαν προξενέψει, ποτέ μου δεν κατάλαβα, γιατί δεν τον πήρε. Καλό παιδί φαινόταν, ήσυχο, της εκκλησίας και αυτός, λογικά θα ταίριαζαν... Δεν της άρεσε!... Τι περιμένει ακόμα, τον πρίγκιπα; Λες και θα της δοθούν κι άλλες ευκαιρίες! Δεν της άρεσε! Μαζί θα γύριζαν στις εκκλησίες τους... που θα βρει άλλον τέτοιο;
- Άστο ρε Περικλή, άστο!
Μην το σκαλίζεις, θα ΄θελε να του πει. Δεν μπορούσε όμως ούτε η ίδια, να αποδεχθεί αυτό που υποψιαζόταν τόσο καιρό. Τα σημάδια είναι φανερά... οι πατεράδες μπουνταλάδες μια ζωή σ' αυτά. Αυτή δεν ξεγελιόταν, γνώριζε... δεν μπορούσε απλά να το αποδεχθεί.
- Αντιγόνη φεύγω, θα γυρίσω το μεσημέρι. Τουλάχιστον σήμερα να φάμε όλοι μαζί σαν οικογένεια... σηκώθηκε, η πόρτα κτύπησε πίσω του. Η λειτουργία ακουγόταν απ΄ την τηλεόραση, το βιβλίο της Μαντά ακουμπισμένο ανάποδα για να μην χάσει τη σελίδα, ο καφές είχε κρυώσει.
Τι να του πει; Για τη λάμψη, στο πρόσωπο της κόρης της, όταν μιλούσε για τον παπά της. Για τις γεμάτες παύσεις προτάσεις της, όταν της ανέλυε τα κηρύγματα του και τις συμβουλές του. Για τους κρυφούς αναστεναγμούς, που δεν τολμούσε να βγάλει, αλλά εκείνη τους ένιωθε.
" Πώς την πάτησε έτσι το κοριτσάκι μου; Πώς την πάτησε..."
Να της μιλήσει δεν μπορούσε. Όλο για την αγάπη του Χριστού μιλούσε, όλο για την αθωότητα του καλού Χριστιανού της έλεγε, όλο για την αμόλυντη ψυχή που πρέπει να διατηρήσουμε... Δεν θα παραδεχόταν τίποτα, τίποτα, θα την κατσάδιαζε κιόλας για τις βδελυρές της σκέψεις. Δεν είχε τη δύναμη, δεν είχε το κουράγιο για μια τέτοια σύγκρουση.
" Μάνα της είμαι όμως , εγώ έχω την ευθύνη να της ανοίξω τα μάτια. Μόνο εγώ... μόνο εγώ. Πώς όμως; Πώς; Κι αν της το πω τι θα κερδίσει; Θα αλλάξει ζωή, θα δει την αλήθεια κατάματα, το αδιέξοδο; Κι αν νιώσει ότι το μυστικό της είναι πια φανερό, ποιο θα είναι το επόμενο της βήμα; Να φύγει, να μου κλειστεί σε κανένα μοναστήρι; Το προτιμώ αυτό; "
Το μεσημέρι, το τραπέζι ήταν στρωμένο, το κοκκινιστό στη μέση, τα πιάτα στη θέση τους. Ο Περικλής τσούγκρισε τα ποτήρια τους με το κόκκινο κρασί, ευχόμενος πάντα υγεία. Η Αντιγόνη χαμογέλασε. Δεν είπε τίποτε. Έτσι ήταν καλύτερα... για όλους τους.



*     *     *




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΒΑΣΙΛΗ ΔΙΑΚΟΒΑΣΙΛΗ


Γεννήθηκε στην Αυστραλία το 1962. Σε ηλικία 8 ετών μετακομίζει μαζί την οικογένεια του, στην Κάρπαθο, ένα νησί του Αιγαίου, τόπο καταγωγής των γονιών του. Εκεί τελειώνει το Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο. Το 1981, εισάγεται στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου από την οποία αποφοιτά μετά από δύο χρόνια. Στη συνέχεια εργάζεται ως δάσκαλος στο νησί του. Από το 1999 ζει και εργάζεται μόνιμα στην Αλιστράτη Σερρών.
Το 2017, εκδίδει τη πρώτη του συλλογή διηγημάτων, με τίτλο “Ανθρώπων Ιστορίες”.
Το 2019, διήγημα του συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων των εκδόσεων i-write, με τίτλο “Δράμα”.
Διατηρεί το Blog, Του Μυαλού τα Γυρίσματα, όπου αρθρογραφεί για όποια θέματα τον ενδιαφέρουν https://diakovasilisvasileios.blogspot.gr/ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Περιμένουμε τις απόψεις σας!