Τα Χριστούγεννα στην Κεφαλονιά - Δημήτριος Λουκάτος - ΚΕΦΑΛΟΣ

To Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς για το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους λογοτέχνες και τις τέχνες.

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Τα Χριστούγεννα στην Κεφαλονιά - Δημήτριος Λουκάτος




ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Σ. ΛΟΥΚΑΤΟΣ


Σε ολόκληρη την Κεφαλονιά παλαιότερα, αλλά τώρα όσο πάει σε λιγοστά χωριά, «να ξημερώνει του Χριστούγεννου», όταν «βραδιώσει» καλά, ανάβουν τη φωτιά του Δωδεκαημέρου, αυτή που πρέπει να κρατήσει με τη στάχτη της ως τ' Αγιασμού, και παίρνουν αμέσως ένα δαυλί -κάρβουνο- και γράφουν πάνω στις πόρτες και στα παράθυρα σταυρούς. Αυτό γίνεται για τα «πάγανα», που έτσι δεν θα τολμήσουν να μπουν στο σπίτι. 
Υπάρχει όμως ο «φουγάρος» (η καπνοδόχος) του σπιτιού ανοιχτός. Τα παγανά μπορούν να κατέβουν από εκεί, πολύ περισσότερο που τα τραβάει η «γωνιά» (η εστία). Οι νοικοκυρές, λοιπόν, βάνουν στο άνοιγμα της καπνοδόχου ένα κόσκινο (μία κρησάρα), που θα τα εμποδίσει επίσης να περάσουν. Λένε ότι αποσχολούνται τα παγανά να μετρήσουν τις τρύπες του κόσκινου, αλλά μπερδεύονται ή δεν τολμούν να πουν «τρία», και χάνουν την ώρα τους. Αλλά μπορούν να έμπουν στο σπίτι ακολουθώντας απ' έξω κάποιον που έρχεται το βράδυ αργά. Εδώ χρειάζεται άμυνα με τη φωτιά. Θα πρέπει ο άντρας ή άλλος του σπιτιού, που έρχεται, να έχει φωτιά μαζί του -ν' ανάψει έστω το τσιγάρο του- ή να πάει κατευθείαν στη «γωνιά» να σκαλίσει τη θράκα. Τότε το ξωτικό θα φύγει. 
Η καλή νοικοκυρά φροντίζει και για ό,τι είναι έξω από το σπίτι (ρούχα, «αγγειά», σαπούνια, έπιπλα) να μπαίνουν μέσα τις νύχτες αυτές, για να μην τα λερώνουν τα παγανά. Το συμμαζεμένο σπιτικό και το φροντισμένο νοικοκυριό, δείγματα οργανωμένης οικογενειακής ζωής, βρίσκονται στις μεγαλύτερες απαιτήσεις τους τις ημέρες αυτές. Αλλά δεν μπορεί να μην εξηγήσει κανείς ότι πίσω από τις δεισιδαιμονίες αυτές, άσχετα αν είναι ιστορικές ή μεταφυσικές, κρύβεται και η παλιά αγωνία του ανθρώπου για το χειμώνα και για τα σκοτάδια του, πολύ περισσότερο που ακούμε την κεφαλονίτισσα νοικοκυρά να λέει σαν ευχή ή σαν ξόρκι, την ώρα που σημαδεύει τις πόρτες και τα παράθυρα με το σταυρό:

Χριστός γεννάται,
το φως αξαίνει
και το σκοτεινό μικραίνει.

Και η ελπίδα «ν' αξήνει» το φως οδηγεί βέβαια τη σκέψη στη βλάστηση και στην παραγωγή, που τις περιμένει ο αγροτικός κόσμος για την κτηνοτροφία και τη σοδειά.
Ωραία όμως είναι στην Κεφαλονιά, όπως και στην άλλη Επτάνησο, η εστιακή τελετή της παραμονής των Χριστουγέννων, που συνδυάζει τη λατρεία της φωτιάς και της εστίας (δηλ. της οικογενειακής ενότητας) με την άμυνα από τα δαιμονικά όντα. Είναι μια τελετή που συγκεντρώνει πολλά έθιμα της ημέρας αυτής, από το ψήσιμο του εορταστικού άρτου και την αρχαιοελληνική σπουδή ως την ψαλτική του απολυτίκιου των Χριστουγέννων:
Μαζεύεται το βράδυ η οικογένεια γύρω από τη φωτιά (όπου έχουν ανάψει τρία ενωμένα κούτσουρα) και εκεί η μητέρα τούς φέρνει μια φρεσκοψημένη κουλτούρα, στρογγυλή, σφραγισμένη στην ένωσή της με την «αγία σφράιση», και που έχει βάλει μέσα ένα νόμισμα. Την παίρνει ο πατέρας και τη χαράζει σε κομμάτια, όσοι είναι του σπιτιού, κι ύστερα τη δίνει να την πιάσουν όλοι τους, γύρω και πάνω από τη φωτιά. Ο πατέρας παίρνει λάδι και κρασί (της παραγωγής του, αν έχει) και το ρίχνει από το γύρο της κουλούρας να πέσει σταυρωτά στη φωτιά. Και ψάλλουν τότε όλοι μαζί το Η γέννησίς σου... Την ίδια στιγμή τραβάει ο καθένας το κομμάτι του («σπάνε την κουλούρα») και κοιτάνε μήπως τους έτυχε το νόμισμα (όπως δηλ. γίνεται αλλού με τη βασιλόπιτα). Τρώνε ύστερα το κομμάτι τους, πίνουν κι από λίγο κρασί και περνάνε το βράδυ τους με φαγητά νηστίσιμα και με τηγανίτες.
Την τελετή αυτή τη λένε «βάφτισμα τση φωτιάς» ή «σπάσιμο τση κουλούρας», τη λένε και «πάντρεμα τση φωτιάς», αλλά το όνομα αυτό αναφέρεται σε παλαιότερες εποχές, όταν βάζοντας στη φωτιά το ένα κούτσουρο πλάι στο άλλο έλεγαν πως «τα παντρεύουν» (μαγική πράξη ευγονίας) και πρόσθεταν μάλιστα για το τρίτο κούτσουρο πως είναι «ο κουμπάρος». (Τα τρία όμως κούτσουρα έχουν μαγικο-θρησκευτική σημασία). 
Ο σοφός μας Ηλίας Τσιτσέλης, που έγραψε για το έθιμο αυτό στα 1889, το ονομάζει «κουλούρα της γωνιάς». Αξίζει να παραθέσω αποσπάσματα από την περιγραφή του, για να φανεί η παλαιότητα του εθίμου, καθώς και ορισμένες λεπτομέρειες της εποχής, αλλά και η διαφορά στη γλωσσική διατύπωση των περιγραφών, όπως το απαιτούσε τότε η λόγια παράδοση.
«Εν των ωραίων αληθώς εθίμων, των δυστυχώς οσημέραι εκλειπόντων, είναι και η εν τοις οίκοις τελετή της Κουλούρας της Γωνίας (...) κατά το εσπέρας της παραμονής των Χριστουγέννων. Πάντοτε, οσάκις έλαβον μέρος είς τοιαύτην τελετήν, ησθάνθην άφατον ενθουσιασμόν και εθνικήν υπερηφάνειαν, βλέπων τηρούμενα παρά τω λαώ λείψανα της αρχαίας λατρείας. (...)
Η κουλούρα πλάσσεται εν τω οίκω, συνήθως εκ της αυτής των χριστοψώμων ζύμης, εις σχήμα δακτυλίου, επιπάσσεται δε σησάμοις και σταφίσι, σφηνούνται δ' εν αυτή αμύγδαλα και δε σησάμοις και στάφισι, σφηνούνται δ' εν αυτή αμύγδαλα και κάρυα, μετά ή και άνευ του κελύφους, εις την σταυροειδή δε συνένωσιν των δύο άκρων σφραγίζεται με την αγία "σφράγιση", ην έκαστος συνήθως έχει οίκοι. Προπάντων δε πρέπει να περιέχη το νόμισμα, αργυρούν συνήθως, σελλίνιον άλλοτε, νυν δε δραχμήν ή ημίδραχμον. 



Το εσπέρας της παραμονής, εις τας πόλεις μας κυρίως συναθροίζονται οι στενότεροι συγγενείς και φίλοι εις τον οίκον, ένθα θα κοπή η κουλούρα. Επί του δαπέδου του μαγειρείου, όπερ είναι συνήθως πλακόστρωτον, τίθενται επάλληλοι τρεις δαυλοί ανημμένοι, πέριξ δ' αυτών τοποθετούνται οι κεκλημένοι και οι του οίκου, και αυτών των παιδίων και των υπηρετών μη εξαιρουμένων, προς ους ο οικογενειάρχης φέρει την κουλούραν, έχουσαν ημικεχαραγμένα τα τεμάχια, και εν ίσω προς τους όσους θα "πιάσουν" αριθμώ, υπολογιζομένων και των απόντων του οίκου, δι' ους "πιάνει" εν των μελών του οίκου, δια το καλόν, ως λέγουσι. Τότε ο οικογενειάρχης χύνει ποτήριον ακράτου οίνου και ελαίου επί της πυράς, ψάλλων ή απλώς λέγων το τροπάριον: "Η γέννησίς σου, Χριστέ ο Θεός ημών...". Του καπνού δ' υψουμένου αποχωρίζουσι τα τεμάχια οι εν τη τελετή, και έκαστος εν ευθύμω περιεργεία τρέπεται εις την έρευναν περί του νομίσματος, διότι εις όποιον πέση θεωρείται καλορίζικος. Πολλοί, και μάλιστα αι κόραι, τηρούσι το νόμισμα ως καλόν οιωνόν περί της ταχείας αυτών αποκαταστάσεως. Μετά ταύτα πίνουσιν ολίγον οίνον, αφού φάγωσι τεμάχιον κουλούρας, πολλάκις δ' έπεται αμέσως το νηστήσιμον δείπνον με τα βεβρασμένα χόρτα, τας ελαίας, τας τηγανίτας και τα τούτοις όμοια, μένουσι δε μέχρι βαθείας νυκτός, έως ου οι κώδωνες της εκκλησίας καλούσι δια την ακολουθίαν του Όρθρου των Χριστουγέννων, όπου άλλοτε μετέβαινον όλοι οικογενειακώς, δια ν' ακούσωσι το "Χριστός γεννάται"».
Και τελειώνει την περιγραφή του ο Τσιτσέλης με την εξής σωστή παρατήρηση: «Το έθιμον έχει σχέσιν προς την αρχαίαν λατρείαν της Εστίας, ήτις ετιμάτο παρά τοις Ρωμαίοις, αλλά και παρ' Έλλησιν επίσης, ως δωματίτις, εφέστιος, ένοικος, σύνοικος, πατρώα». 
Έχουν περάσει 71 χρόνια από την εποχή της περιγραφής αυτής (το έγραφα το 1961) και παρ' όλη την απαισιοδοξία του συγγραφέας, το έθιμο συνεχίζεται και σήμερα στην Κεφαλονιά. Έχω περιγραφή από χωριό της Λιβαθώς του 1954, που λέγει:
«Την παραμονή τα Χριστούγεννα γίνεται το βάφτισμα της φωτιάς. Ανάβουν φωτιά από τρία διαφορετικά ξύλα: ελιά (για τη σοδειά του λαδιού), αμπέλι-κούρβουλο (για τη σοδειά του κρασιού) και σκίνο (για τα δαιμονικά). Απάνω απ' αυτήν τη φωτιά κρατούν όλοι οι άνθρωποι του σπιτιού την κουλούρα, ενώ η μητέρα παίρνει κρασί και λάδι και τα χύνει σταυροειδώς, μέσα από την κουλούρα προς τη φωτιά, λέγοντας:

Χριστός γεννάται,
το φως αξάίνει
και το σκοτάδι μικραίνει.

Τραβούν ύστερα την κουλούρα, και όποιος βρει το νόμισμα θα είναι ο τυχερός της χρονιάς».
Εκτός από τις άλλες  τελετουργικές λεπτομέρειες του ωραίου εθίμου, αξιοπρόσεκτη είναι και η σχεδόν πρωτοχρονιάτικη δοκιμή της τύχης, που γίνεται με το νόμισμα. Η κουλούρα της γωνιάς μοιάζει τότε με βασιλόπιτα, που κρατεί όμως την πρωτόγονη ελληνική μορφή της, χωρίς τις ευρωπαϊκές επιδράσεις του gâteau des Rois, με το επίσημο κόψιμο. Άλλωστε τα «δωδεκαήμερα» είναι γενικότερα γιορτή του καινούργιου χρόνου, κι η δοκιμή της τύχης, όπως και τα δώρα, μπορούν ν' αρχίσουν από την πρώτη τους κιόλας ημέρα.
Δεν λείπει από τα κεφαλονίτικα Χριστούγεννα και το μεγάλο ψωμί της ημέρας, ο εορταστικός μεγάλαρτος των αρχαίων, που είναι το χριστόψωμο «με το τσουντί» (σαν μαντολίνο με δύο λαβές), και που άλλοτε ζύγιζε ως 10 λίτρες κι έτρωγαν σχεδόν όλο το Δωδεκαήμερο απ' αυτό. Σήμερα το κάνουν και ορθογώνιο ή στρογγυλό. Ποτέ δεν του λείπει όμως ο σταυρός ή το Χ και κάτι σχέδια στις άκρες, που θυμίζουν τα πόδια του βρέφους Χριστού.


Κάλαντα στο Λιθόστρωτο

Αποβραδίς έχουν βγει, βέβαια, τα παιδιά (ποτέ το πρωί, αλλά από τη δύση του ήλιου κι έπειτα) και «λένε τα Χριστούγεννα» στα σπίτια και στα μαγαζιά, με το τρίγωνο και μ' ένα σοναμέντο (αρμόνικα) στο στόμα. Βγαίνουν κι οι μεγάλοι και τα λένε με κιθάρα, βιολί και μαντολίνο, και γυρίζουν όλη τη νύχτα στα σπίτια, κανονίζοντας να ξημερωθούνε στην Επισκοπή, στο σπίτι του Δεσπότη. 

Ξύπνα, πανιερότατε, να πας στην εκκλησία, 
που σε προσμένουν οι Άγγελοι, ν' αρχίσεις λειτουργία.

Η λειτουργία των Χριστουγέννων γίνεται λίγο νωρίτερα από τη συνηθισμένη ώρα της Κυριακής, αλλά με μεγαλοπρέπεια και με χαρούμενο «διπλοκάμπανο» στην ώρα του Χριστός γεννάται. Πάει όλος ο κόσμος στην εκκλησία, μεγάλοι και μικροί «με τα καλά τους» φορέματα (συνήθως καινούργια) και μ' ένα καλό χαρτονόμισμα στην τσέπη τους για τον χρονιάτικο δίσκο («τη μάντσια») του δεξιού ψάλτη. 







1 σχόλιο:

  1. Υπέροχα έθιμα με πλούσιο γλαφυρο τρόπο ,που φωτίζουν την Κεφαλονιτικη κουλτούρα μέσα από τα έθιμα της...
    Ευχαριστούμε θερμά ...
    Εύχομαι Χρόνια πολλά, καλά Χριστούγεννα με φώς αγάπης χαράς υγείας ευτυχίας!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Περιμένουμε τις απόψεις σας!